Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΜΙΛΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΜΙΛΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2024

ΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

ΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ - 2024

ΥΠΟ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΠΕΤΡΑΣ ΔΑΒΙΔ





Ιδού και πάλιν ανατέλλει ημίν το γρήγορον όμμα της χάριτος και πάνσοφον στόμα του Πνεύματος, της θεολογίας η βρύση, των θείων δογμάτων ο αένναος ποταμός. Εκείνος που ελάλησε τα μεγαλεία της κρυφιομύστου Τριάδος και επλούτισε πάντας με την φωτοχυσίαν της ορθοδόξου θεολογίας του. Ο μέγας και οικουμενικός διδάσκαλος, που με το ηδύτατον ρεύμα της διδασκαλίας του και τις αστραπές των λόγων του, απεμείωσε τα σκοτώδη νέφη των αιρέσεων και εστήριξε τους καλοπροαιρέτους εις την αληθή πίστιν των Ορθοδόξων.

Σήμερα όμως αγαπητοί μου, εκτός από τον μέγιστο Θεολόγο και κορυφαίο Ιεράρχη Άγιο Γρηγόριο, εορτάζει και ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπός μας κ.κ. Μακάριος την εικοστήν επέτειον από την εκλογήν του εις τον αρχιεπισκοπικόν θρόνον των Αθηνών. Σε έναν θρόνον εις τον οποίον διεδέχθη μεγάλους Ιεράρχες και Αγίους της Εκκλησίας, όπως τον Άγιο Διονύσιο τον Αρειοπαγίτη, τον Άγιο Ιερόθεο, αλλά και τον μακαρία τη λήξει άμεσο προκάτοχό του κυρό Αυξέντιο. Όπως επισημαίνει κατά παρόμοιον τρόπον ο άγιος Γρηγόριος στο λόγο του εις τον Μέγαν Αθανάσιον, ο Μακαριώτατός μας ανέβηκε στον θρόνο του κλεινού άστεος «όχι κρυφά και τυρρανικά, ούτε εγκληματικά και πραξικοπηματικά, αλλά αποστολικά και πνευματικά, διάδοχος ομοίως της ευσεβείας και του αξιώματος των προκατόχων του. Και εάν και  διαδέχθηκε στο θρόνο τους πρώτους χρονικά Ιεράρχες των Αθηνών, ύστερα από πολλούς άλλους, όμως στην διαδοχή της ευσεβείας και της αρετής, έρχεται πολύ κοντά μετά από εκείνους (αγίους Διονύσιο και Ιερόθεο).

 Αυτή μάλιστα η διαδοχή στην αρετή και την ευσέβεια, πρέπει να θεωρείται η κατεξοχήν διαδοχή. Και σε κάνει πραγματικά-συνεχίζει ο άγιος-κάτοχο του ίδιου θρόνου με κάποιον η κοινή πίστη, ενώ η διαφορά στην πίστη, ουσιαστικά σημαίνει και διαφορά στον θρόνο. Έτσι η ομοφροσύνη του Μακαριωτάτου με τους προκατόχους του, αλλά και το ομότροπόν του με αυτούς εν γένει, εξασφαλίζει την αληθινή διαδοχή στον Μακαριώτατο και την Εκκλησία μας, ενώ σε αντίθετη περίπτωση, θα είχαμε κατ’όνομα μόνο διαδοχή. Διάδοχος δεν είναι αυτός που άσκησε βία για να ανέλθει στον θρόνο και ανάγκασε να τον δεχθούν, αλλά εκείνος που αναγκάσθηκε να δεχθεί. Δεν είναι αυτός που παρανόμησε, αλλά αυτός που προτάθηκε νόμιμα. Ούτε αυτός που φρονεί αντίθετα, αλλά όποιος έχει την ιδίαν πίστιν (και το ήθος των αγίων). Αν δεν εννοεί κανείς έτσι την διαδοχή-συνεχίζει ο άγιος Γρηγόριος-τότε διαδέχεται η ασθένεια την υγεία, το σκοτάδι το φως, η ζάλη την γαλήνη και η παραφροσύνη και έκσταση την σύνεση και τη λογική». (Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου, Εις τον Μέγαν Αθανάσιον, Λόγος κά, Ε.Π.Ε., εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1980, τ. 6, σ. 49-51 και του Αυτού, «Μιλάει ο Γρηγόριος Θεολόγος», Αποστολική Διακονία, Έκδοση Α΄ 1991, σ. 63).          

Αφού όμως η ανάρρησις του Μακαριωτάτου εις τον αρχιεπισκοπικόν  θρόνον έγινε με τον ορθόν τρόπον, ομοίως ασκεί και την αρχιερατικήν εξουσίαν, που εκπηγάζει από το αξίωμά του. Ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το να είναι ποιμένας και ηγέτης της Εκκλησίας. Δεν άρπαξε το κορυφαίο εκκλησιαστικό αξίωμα, όπως έκαναν κάποιοι άλλοι. Δεν σφετερίζεται την αρχιερατική εξουσία και δη το να είναι Αρχιεπίσκοπος, αλλά αυτή του εδόθη από την Εκκλησία. Ας ακούσουμε όμως τα πολύ ωραία λόγια του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου που ταιριάζουν απόλυτα στην περίπτωση: «Δεν κάνει τον θρόνο ιδιοκτησία του(ο Μακαριώτατος), ούτε διοικεί τυραννικά την Εκκλησία, όπως αυτοί που αρπάζουν παρ’ελπίδα μια εξουσία ή μίαν απροσδόκητον γι’αυτούς κληρονομιά και γίνονται αμέσως αλαζόνες εξαιτίας της ικανοποιήσεως της φιλαρχίας των. Αυτή-η τυραννική και αυταρχική συμπεριφορά(η σκληρή και απάνθρωπη πολλές φορές)-είναι συμπεριφορά των νόθων και παρανόμων αρχιερέων, των αναξίων για την αποστολή τους.

 Αυτοί δεν έχουν προσφέρει τίποτε από πρωτύτερα στην ιερωσύνη, μήτε έχουν ταλαιπωρηθεί από πρωτύτερα για την αρετή, την ίδια ώρα ωστόσο αναδεικνύονται μαθητές και διδάσκαλοι της ευσεβείας και προτού εξαγνισθούν, σπεύδουν να  εξαγνίσουν. Ιερόσυλοι χθες, ιερείς και αρχιερείς σήμερα, μακρυά από τον κύκλο των χριστιανών χθες και μυσταγωγοί της πίστεως σήμερα, παλαιοί στην κακία και ολότελα βρέφη στην ευσέβεια. Αυτό(το να γίνονται δηλαδή αυτοί αρχιερείς) είναι αποτέλεσμα της ανθρώπινης εύνοιας και όχι της χάριτος του Πνεύματος. Αυτοί όταν κακοποιήσουν τα πάντα, κακοποιούν στο τέλος και την ευσέβεια. Σε αυτούς δεν πιστοποιεί ο τρόπος το αξίωμα, αλλά το αξίωμα τον τρόπο,(δηλαδή δεν είναι ως επίσκοποι αυτοί που θα έπρεπε, αλλά πατώντας επί του αξιώματός των, κάνουν κατάχρηση εξουσίας, διοικώντας την Εκκλησία ως στυγνοί και αμείλικτοι δικτάτορες), με ριζικές ανατροπές της φυσικής σειράς». (Αυτόθι, Ε.Π.Ε., τ. 6, σ. 51).

Από την άλλη ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος της Εκκλησίας της Ελλάδος κ.κ. Μακάριος διαποιμαίνει θεαρέστως και με υψηλό αίσθημα ευθύνης τον λαό του Θεού, ως ο νόμιμος διάδοχος του αρχιεπισκοπικού θρόνου και γνήσιος ποιμένας, φορέας και κληρονόμος της επαγγελίας του Χριστού. Ωσάν τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, θεολογεί και κηρύτει την ουράνια διδασκαλία του ευαγγελίου, με φόβο, δέος και σεβασμό για την Αλήθεια και τον Πανάγιο Τριαδικό Θεό, τον Θεό της Ορθοδοξίας και ό,τι του ανήκει.

 Αλλά για να μην μείνω στα δικά μου λόγια, θα περιγράψω τον Μακαριώτατο με ακρίβεια, σε αδρές γραμμές, μέσα από την οπτική και τη σκέψη του μεγάλου Ιεράρχου και Οικουμενικού Διδασκάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου. Δανείζομαι τα λόγια του αυτολεξεί, παρμένα από το εγκώμιό του για τον Μέγαν Αθανάσιον. Μακαριώτατε είστε «σπουδαίος στα έργα, ταπεινός όμως στο φρόνημα. Έχετε πάντοτε στραμμένους τους νοερούς οφθαλμούς της καρδιάς σας εις τα άνω, γι’αυτό και είστε άφθαστος και απλησίαστος στην αρετή, πολύ προσιτός όμως στο να σας συναντήσει κανείς.

 Γαλήνιος, ατάραχος, συμπονετικός, γλυκύς στο λόγο, γλυκύτερος στους τρόπους, αγγελικός στη μορφή, αγγελικότερος στο λογισμό και την ψυχή. Γαλήνιος και μαλακός, ήπιος όταν επιτιμάτε, παιδαγωγικός στον έπαινο. Και αυτά τα δύο μέσα διορθώσεως και αγωγής, δεν τα κακοποιείτε, ούτε τα καταστρέφετε με την υπερβολή, αλλά και η επίπληξή σας είναι πατρική και ο έπαινός σας συγκρατημένος. Ούτε η ηπιότητα και τρυφερότητά σας καταντάει αδυναμία, ούτε η αυστηρότητά σας σκληρότητα και κακία. Αλλά η πρώτη εκδηλώνει επιείκεια, η δεύτερη σύνεση, ενώ και οι δύο φιλοσοφημένη συμπεριφορά. Δεν καταφεύγετε εύκολα σε βαριές ποινές, επειδή κάνετε μετρημένη χρήση της ράβδου». (Αυτόθι, Ε.Π.Ε., τ. 6, σ.53 και «Μιλάει ο Γρηγόριος Θεολόγος»,σ.63-64).

  Σε σχέση με άλλους εκκλησιαστικούς χώρους, όπως είναι αυτός του νέου ημερολογίου και όχι μόνον, θα μπορούσαμε Μακαριώτατε να επισημάνουμε εν συνόψει, κάποια από τα χαρακτηριστικά, κάποια από τα στοιχεία, που μας ξεχωρίζουν και μας διαφοροποιούν από εκείνους τους χώρους, χρησιμοποιώντας τα λόγια του αγίου Γρηγορίου, προκειμένου να καταδείξουμε, ποίας Εκκλησίας είστε ηγέτης και ποίας κληρονομιάς και παρακαταθήκης, φορεύς και κληρονόμος. Λέγει λοιπόν ο Καππαδόκης Ιεράρχης τα εξής χαρακτηριστικά, τα οποία διαφοροποιούν την Εκκλησία του Χριστού, την Εκκλησία μας, την Εκκλησία της Ιεράς ημών Συνόδου από τις άλλες, τις λεγόμενες «Εκκλησίες»: « Έχουνε αυτοί τους οίκους, εμείς τον ένοικο(τον Χριστό δηλαδή). Αυτοί τους ναούς, εμείς τον Θεό…αυτοί τους δήμους(πολυπληθή εκκλησιάσματα και πολλές ενορίες), εμείς αγγέλους. Αυτοί θράσος, εμείς πίστιν, αυτοί το να απειλούν, εμείς το να προσευχόμασθε. Αυτοί το να κτυπούν και να επιτίθενται, εμείς το να υπομένουμε και να ανεχόμαστε, αυτοί χρυσόν και άργυρον(πλούτον και οικονομική επιφάνεια), εμείς λόγον κεκαθαρμένον(τον καθαρόν και ανόθευτον λόγο της αληθείας του Χριστού». 

Ο Άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος Μακαριώτατε, αγαπούσε και ευλαβείτο ως φιλοπάτωρ υιός τον σεβάσμιο γέροντα και πατέρα του. Τον σεβόταν και τον εφρόντιζε με ιδιαίτερη στοργή και τρυφερότητα. Για την αγάπη άλλωστε του πατρός του και για να κάνει υπακοή στο θέλημά του, απαρνήθηκε την αγαπημένη του ησυχία και ήλθε κοντά στον πατέρα του, προκειμένου να αναλάβει το δύσκολο και υπεύθυνο έργο του ποιμένος, που είναι η τέχνη των τεχνών και η επιστήμη των επιστημών. Ποτέ δεν θεώρησε ως παράπτωμα και αμάρτημα, το να αγαπάει κανείς τον πατέρα του με μεγάλη και θεοφιλή αγάπη. Αυτό άλλωστε ήταν ένα από τα βασικά και θεμελιώδη χαρακτηριστικά και δομικά στοιχεία της προσωπικότητος του Γρηγορίου, ο οποίος στο πρόσωπο του πατέρα του δεν έβλεπε μόνον τον κατά σάρκα γονέα του, αλλά και έναν σοφό και συνετό παιδαγωγό και οδηγό στην ευσέβεια και την ζωή της Εκκλησίας.

 Δυστυχώς όμως χάσμα μέγα εστήρικται σήμερα, ανάμεσα από την μια μεριά στην ευχαριστιακή και ευγνώμονα διάθεση του Αγίου Γρηγορίου προς τον πατέρα του και των ομοτρόπων του πιστών προς τον πνευματικό τους πατέρα και από την άλλη μεριά στην πατροκτόνον και θεοστυγή διάθεση κάποιων χριστιανών-κληρικών, λαϊκών και επισκόπων-προς τους δικούς τους πατέρες και οδηγούς, καθώς τουλάχιστον ένα μέρος αυτών επέδειξε ή και συνεχίζει να επιδεικνύει αχαρακτήριστη και ανεκδιήγητη ασέβεια, καθώς και ανεπίτρεπτη και απαράδεκτη συμπεριφορά, απέναντι στους ανθρώπους που προσπάθησαν να τους αναστήσουν πνευματικά, αλλά δυστυχώς δεν τα κατάφεραν.

 Εξ’ου και το γεγονός, ότι αυτοί οι χριστιανοί, αναδεικνύονται ωμοί και αδίστακτοι πατραλοίες, αχάριστοι και αγνώμονες, που δεν σέβονται τους ίδιους τους πατέρες των. Και αυτό καθρεπτίζεται και στον χώρο στον οποίο ζούνε, όπου πολλές φορές η ωμή, αδίστακτη και αμείλικτη συμπεριφορά και δράση τους, ξεπερνά κατά πολύ περισσότερο, τα στάνταρ της τυπικής και συνήθους τυραννικής και αυταρχικής συμπεριφοράς των. Και πως θα μπορούσαν άλλωστε οι συγκεκριμένοι άνθρωποι να μην είναι αδίστακτοι και αμείλικτοι με τους άλλους, όταν δεν λυπούνται και δεν σέβονται τον ίδιο τους τον πατέρα;

 Η εγωπάθεια αυτών των χριστιανών-κληρικών, λαϊκών και επισκόπων-είναι τέτοια και τόση, ώστε μπροστά της να μην μετράνε ούτε πατέρες, ούτε εκκλησιάσματα, αλλά ούτε ακόμα και η ίδια η Εκκλησία του Χριστού. Γι’αυτό και οι πατραλοίες ομοιάζουν με τον Αβεσσαλώμ, που προξένησε τόσες ταραχές και σκάνδαλα κατά του πατρός του Δαβίδ και της βασιλείας του και έφθασε μάλιστα μέχρι του σημείου να θέλει να δολοφονήσει τον ίδιο του τον πατέρα. Γίνονται και αυτοί με την σειρά τους-οι πατραλοίες χριστιανοί-οι σκανδαλοποιοί και κουρσάροι της Εκκλησίας, ιερόσυλοι και πραγματικοί οδοστρωτήρες, που δεν αφήνουν τίποτα όρθιο στο πέρασμά τους. 

 Υπάρχουν επίσης μερικοί οι οποίοι, είτε λόγω, είτε και έργω, έμπρακτα δηλαδή, αμφισβητούν την παρουσία του πνευματικού. Αμφισβητούν ακόμη και την αγάπη των τέκνων προς τους πνευματικούς τους. Ισχυρίζονται, ότι αυτή η αγάπη είναι ένα ψυχολογικό πρόβλημα, που λέγεται εξάρτηση. Τολμούν ακόμη να μιλούν και για προσωπολατρεία. Βεβαίως υπάρχουν και τέτοιες περιπτώσεις, η αγάπη όμως προς τον πνευματικό δεν είναι προσωπολατρεία και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τέτοια, αλλά ως μυστήριο που δείχνει την εν Θεώ κοινωνία των προσώπων.

 Πολλοί χριστιανοί αγαπούν εν Χριστώ τον πνευματικό τους πατέρα, διότι αισθάνονται ότι τους αναγέννησε πνευματικά και οφείλουν έτσι μια ευγνωμοσύνη σε αυτόν. Στενοχωρούνται μάλιστα, όταν βλέπουν ανθρώπους, που τον αδικούν κατάφωρα. Αυτό όμως από πολλούς θεωρείται προσωπολατρεία. Βλέπετε είμαστε εύκολοι και γρήγοροι στο να στιγματίζουμε ανθρώπους και να τους κατατάσσουμε σε κατηγορίες, όταν έτσι εξυπηρετούνται τα εμπαθή συμφέροντά μας. Βλέπουμε ως εμπαθείς και αρρωστημένες τις σχέσεις των άλλων, επειδή εμείς είμαστε εμπαθείς και άρρωστοι.

 Ο όσιος Θαλάσσιος βλέπει βαθύτερα το πρόβλημα της ανυπακοής ή της μη αποκτήσεως πνευματικού πατρός και της μη συμμορφώσεως προς τις εντολές του και επομένως της έλλειψης αγάπης και εμπιστοσύνης προς το πρόσωπό του. Ο άνθρωπος, λέγει, που είναι νεκρωμένος από τα πάθη «συμβουλής ουκ αισθάνεται, και παιδεύσεως πνευματικής, το σύνολον ουκ ανέχεται». Οι εμπαθείς άνθρωποι, όσο είναι νεκροί πνευματικά, δεν έχουν αισθήσεις για να αισθανθούν την αξία των συμβουλών και της πνευματικής παιδεύσεως, διό και αντιδρούν. Συνετός άνθρωπος, κατά τον όσιο Θαλάσσιο, δεν είναι εκείνος, που διαθέτει ισχυρά κρίση και δυνατή λογική, εκείνος που είναι ιδιαίτερα ευφυής, αλλά αυτός που ανέχεται τις συμβουλές και μάλιστα όταν τον συμβουλεύει ο πνευματικός του πατέρας, ο οποίος εκφράζει το θέλημα του Θεού.

 Αλλά υπάρχει και η άλλη πλευρά. Όπως σημειώνει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, όπως η τιμή και η αγάπη προς τον γνήσιο θεραπευτή των ψυχών μας και πνευματικό μας πατέρα, αναβαίνει προς τον Χριστό, έτσι και η τιμή και η αγάπη σε ψευτοδιδασκάλους, αναβαίνει στον Αντίχριστο. Επομένως, περισσότερο πρέπει να μας ενοχλεί και να μας προβληματίζει η προσωπολατρεία σε ψευδοδιδασκάλους, σε πνευματικούς που δεν δέχονται την Παράδοση της Εκκλησίας και που δεν είναι Ναοί του Αγίου Πνεύματος. Γιατί η προσωπολατρεία σε γνήσιο και αληθινό πατέρα μπορεί να διορθωθεί συν τω χρόνω και να οδηγήσει στη σωτηρία, ενώ η όποια αγάπη σε ψευδοδιδάσκαλο δεν θα έχει καλά αποτελέσματα. 

Σε ότι αφορά το μέχρι ποιου σημείου, πρέπει να φθάνει η αγάπη μας για τον Γέροντά μας, ο άγιος Συμεών, λέγει, πως αν δεις τον πνευματικό σου να ατιμάζεται, να φθονείται, να ραπίζεται και να σύρεται, τότε δεν πρέπει να σκανδαλισθείς. Και δεν εννοεί να μείνεις ατάραχος και να μην κάνεις τίποτα. «Αλλ΄ως θερμός Πέτρος λάβε την μάχαιραν και την χείρα εκτείνας, μη το ωτίον μόνον, αλλά και την χείρα και την γλώσσαν απόκοψον, του επιχειρούντος λέγειν κατά του σου πατρός ή αυτού άπτεσθαι». Όπως ο Πέτρος πάρε το μαχαίρι και κόψε όχι μόνο το αυτί, αλλά και το χέρι και την γλώσσα κόψε, εκείνου που θα επιχειρήσει να πει ή να κάνει κάτι κατά του πατρός σου. Έστω κι αν τότε επιτιμηθής, όπως επιτιμήθηκε ο Πέτρος, «πάντως και μειζόνως επαινεθήσει της πολλής αγάπης και πίστεως ένεκα». Γι’ αυτό όπως τονίζει ο άγιος Συμεών: «τω τω εαυτού πατρί αντιλέγοντι, συγχαίρουσι δαίμονες, τω δε μέχρι θανάτου ταπεινουμένω, θαυμάζουσιν άγγελοι». Οι δαίμονες χαίρονται με εκείνον, που αντιλέγει στον πατέρα του, ενώ αντιθέτως οι άγγελοι θαυμάζουνε εκείνον, που ταπεινώνεται στον πνευματικό του πατέρα, μέχρι θανάτου.

 Επομένως είναι προτεσταντικής και αιρετικής χροιάς, κάθε άποψη, που καταφέρεται άμεσα ή έμεσα ενάντια στο θεσμό της πνευματικής πατρότητος, χαρακτηρίζοντάς την ως προσωπολατρεία. Μάλιστα όσοι διακηρύσσουν τέτοιες απόψεις και θεωρίες, στην πραγματικότητα είναι στείροι πνευματικά και πάσχουν από πνευματική ανικανότητα και φθόνο. Δεν έχουν οι ίδιοι την ικανότητα να γεννήσουν πνευματικά παιδιά ή έστω δεν διαθέτουν την ποιότητα της σχέσεως άλλων πνευματικών με τα πνευματικά τους τέκνα.

 Εκείνος ο οποίος δεν έχει γεννηθεί, δεν έχει αναγεννηθεί πνευματικά, δεν μπορεί και να γεννήσει. Άλλωστε ένας νεκρός πνευματικά, πως μπορεί να γεννήσει; Γεννά ένας νεκρός; Ακόμη κι αν αποκτήσει τέκνα πνευματικά, η σχέση του μαζί τους θα είναι προβληματική. Και ίσως εκεί να αναφυεί και το φαινόμενο της προσωπολατρείας, το οποίο καταλογίζει σε εκείνους που φθονεί, λόγω της πνευματικής τους ευτεκνίας.

Κλείνοντας την ταπεινή μου αυτή ομιλία Μακαριώτατε, σας εύχομαι να παραμείνετε αρχιεπίσκοπος Αθηνών και να συνεχίσετε να είσθε στο τιμόνι της Εκκλησίας άχρι συντελείας των αιώνων, διότι ο λαός του Χριστού σας έχει ανάγκη και σας χρειάζεται, όλοι μας σας έχουμε ανάγκη και σας χρειαζόμαστε, προκειμένου διερχόμενοι δια πυρός και ύδατος, να μας οδηγήσετε ως άλλος Μωϋσής, να οδηγήσετε την Εκκλησία των Εσχάτων εις την τελείαν αναψυχήν, εις την ουράνια Γη της επαγγελίας, για να ευφραινόμασθε διηνεκώς και ακαταπαύστως, πλησίον του μεγάλου και κορυφαίου Ιεράρχου Γρηγορίου του Θεολόγου και πάντων των αγίων εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν! Εις έτη πολλά Μακαριώτατε!!!

Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου 2023

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΟΥ

 ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΟΥ 2022- ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

ΥΠΟ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΠΕΤΡΑΣ ΔΑΒΙΔ

Ιδιαίτερα χαρούμενος είμαι σήμερα, αγαπητοί μου, διότι η πολυαγαπημένη μας αγία Ειρήνη ηγουμένη του Χρυσοβαλάντου, με αξιώνει ανήμερα στην εορτή της, με τις ευχές και ευλογίες του Παναγιωτάτου μας, να την υπηρετήσω στην εορτή της, ως διάκονος του θείου λόγου. Όταν είμαι εδώ στον ναό της, πάντοτε αναμιμνήσκομαι και ενθυμούμαι ημερών αρχαίων. Είναι πολύ σημαντική για εμένα η Αγία Ειρήνη, διότι εδώ εγνώρισα τον Μακαριώτατο Γέροντά μου κ.κ. Μακάριο και τον Παναγιώτατο Μητροπολίτη μας κ.κ. Ευθύμιο, τους πατέρες αλλά και όλους εσάς, τον κόσμο της Αγίας Ειρήνης, αλλά και ολάκερης της Θεσσαλονίκης και όχι μόνον, που ερχόταν εδώ και επισκεπτόταν την Αγία Ειρήνη. Εδώ γίναμε συνοδεία με τους πατέρες του Αγίου Ιακώβου, εδώ πρωτοσυστάθηκε υπό τον μακαριστό γέροντα Ιάκωβο Παπαδέλη, η συνοδεία, που έμελλε να πρωταγωνιστήσει στην Εκκλησία εις τα έσχατα χρόνια που διερχόμαστε. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο το γεγονός, ότι ο μακαριστός μας πάππος γέροντας Ιάκωβος, εκοιμήθη την ημέρα της Αγίας Ειρήνης, την οποία  τόσο πολύ αγάπησε και διακόνησε, δαπανώντας εαυτόν με ανύστακτη διάθεση για την δόξα και εύκλεια της Αγίας. Και η Αγία Ειρήνη για να τον τιμήσει για την προσφορά του, την αυταπάρνηση της διακονίας του και το θυσιαστικό του πνεύμα, τον επήρε στην αγκαλιά της, την ημέρα της εορτής της.

Από όλα τα χαρίσματα και τις αρετές, που διέθετε η Οσία Ειρήνη και που δεν ήταν και λίγες, νομίζω πως η κορυφαία ήταν η καθαρή, πύρινη και αδιάλειπτη προσευχή της και τα όσα θαυμαστά συνέβαιναν κατά την διάρκεια αυτής. Η Οσία προσευχόταν ακατάπαυστα και μνημόνευε τον Θεόν, περισσότερο και από όσο ανέπνεε. Γι’αυτό άλλωστε και την αγάπησε ο Χριστός τόσο πολύ, που την κατέστησε ήδη από αυτήν την ζωή, νύμφη του ηγαπημένη.

Όταν προσευχόταν η Αγία, στεκόταν ορθή και με φλογερή και βαθιά πίστη και εμπιστοσύνη, προσευχόταν στον Κύριο για ώρες πολλές, με συγκέντρωση και χωρίς περισπασμούς. Πολλές φορές οι δαίμονες προσπαθούσαν να αποσπάσουν την προσοχή της από την προσευχή, άλλοτε με γέλια και θεατρινισμούς και άλλοτε με απειλές και φοβέρες. Μάλιστα ένας από αυτούς της είπε κάποτε: «Έως πότε Ειρήνη θα ανεχόμαστε τις πύρινες προσευχές σου, που θλίβουν το γένος μας; Έως πότε με την θεάρεστη συμπεριφορά σου θα φλογίζεις τα σωθικά μας;».

 Μία φορά που προσευχόταν η Αγία με θέρμη, κάποιοι από τους δαίμονες άρπαξαν λαμπάδες, πήραν φωτιά από τα κανδήλια και πυρπόλησαν την Οσία Ειρήνη. Η φωτιά κατέκαψε τα ενδύματά της και θα κατέκαιε τις σάρκες της, αν οι καπνοί, που γέμισαν το κελλί της, δεν έβγαιναν από τα παράθυρα, για να το καταλάβουν οι μοναχές και να τρέξουν κοντά της και να την γλυτώσουν. Και ενώ αυτά συνέβαιναν, η Οσία Ειρήνη συνέχιζε να  προσεύχεται ατάραχη, σαν να μην καίγεται η ίδια, αλλά κάποιος άλλος. Και όπως άγγελος Κυρίου εδρόσιζε τους τρεις παίδας μέσα στην κάμινο της Βαβυλώνος, έτσι και τώρα άγγελος από Θεού έπλεκε στην Οσία το στεφάνι της δόξας, το οποίο δεν πρόλαβε να της το φορέσει, καθώς οι μοναχές έσβησαν την φωτιά και έδωσαν τέλος στο μαρτύριό της. Και η Οσία τι έκανε; Όχι μόνο δεν επαίνεσε τις μοναχές, όπως θα περίμενε κανείς, αφού την έσωσαν από περίπου βέβαιο θάνατο, αλλά αντιθέτως σχεδόν τις μάλωσε και τις επέπληξε, όταν άρχισαν αυτές να φροντίζουν τις πληγές της. Από το καμένο σώμα της Αγίας έβγαινε ουράνια ευωδία και θαυματουργικά ο Χριστός αμέσως την θεράπευσε.

Κάποια άλλη φορά κατά το μεσονύκτιο, σηκώθηκε μία μοναχή για να προσευχηθεί στο κελλί της και βλέπει την Οσία Ειρήνη να προσεύχεται στο προαύλιο του καθολικού και να στέκεται όρθια σε στάση προσευχής, όπως το συνήθιζε. Ξαφνικά όμως η Οσία άρχισε να σηκώνεται ψηλά και να μετεωρείται πάνω από το έδαφος σε ύψος, όσο περίπου το μισό ύψος του αναστήματος ενός ανθρώπου. Την ίδια στιγμή τα δύο πανύψηλα κυπαρίσσια, που βρισκόταν εκεί δίπλα της, έκλιναν τις κορυφές τους μέχρι την γη και παρέμειναν έτσι, για όσο διαρκούσε η προσευχή της Οσίας, για αρκετές δηλαδή ώρες. Όταν η Οσία Ειρήνη τελείωσε την προσευχή της, τα ευλόγησε σταυρωτά, όπως το συνήθιζε και αυτά ανασηκώθηκαν πάλι στην κανονική τους θέση. Τι παρατηρούμε εδώ αγαπητοί μου; Ότι ακόμη και τα άψυχα όντα (η κτίσις όλη), συναισθάνονται την αρετή των αγίων και υποκλίνονται μπροστά στο μεγαλείο της ψυχής, αλλά και της προσευχής των φίλων του Θεού.

Εμείς εδώ λοιπόν σήμερα δι’ολίγων, θα ασχοληθούμε με την αρετή και εργασία της προσευχής, χωρίς να αναφέρουμε άγνωστα πράγματα, αλλά περισσότερο υπενθυμίζοντας ήδη γνωστά. Θα ξεκινήσουμε με τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, ο οποίος στον λόγο του περί προσευχής λέει τα εξής: « Η προσευχή είναι ένωσις του ανθρώπου με τον Θεό, καθώς και σύστασις και διατήρησις του κόσμου». Πράγματι με την προσευχή ο άνθρωπος ενώνεται με τον Θεό, αλλά και με τις προσευχές των αγίων και τις Ορθόδοξες θείες λειτουργίες, διατηρείται και συνέχεται ο κόσμος από το χέρι του Χριστού και την θεία πρόνοια.

 Η προσευχή είναι-κατά τον άγιο- η γέφυρα που μας σώζει από τους πειρασμούς και το τείχος που μας προστατεύει από τις θλίψεις. Με την προσευχή συντρίβουμε τους πολεμίους και χαίρονται οι άγγελοι. Προγευόμαστε την μελλοντική ευφροσύνη και προξενούμε στην ψυχή μας, τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, με την αφανή πρόοδο και τον φωτισμό του νου, που επέρχονται ως μόνιμες καταστάσεις, όταν επιμένουμε στην ακατάπαυστη δοξολογία και την διηνεκή επίκληση του παναγίου ονόματος του Κυρίου.

Κάτι ιδιαιτέρως σημαντικό που υπογραμμίζει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, είναι ότι η προσευχή γίνεται πέλεκυς που κτυπά την απόγνωση, είναι απόδειξις της ελπίδος και διάλυσις της λύπης. Εκείνος που προσεύχεται με θέρμη και εκ βάθους καρδίας στον Χριστό, δεν πρόκειται να κυριευθεί από τα δίχτυα της απόγνωσης και της απελπισίας, διότι η προσευχή του είναι θυγατέρα της ελπίδος, αφού προσεύχεται, σημαίνει, ότι ελπίζει στον Κύριο, εμπιστεύεται τον Κύριο, αλλά ταυτόχρονα η προσευχή του είναι και μητέρα της ελπίδος, γεννά την ελπίδα στο πρόσωπο του Χριστού και των αγίων του και την ισχυροποιεί.

 Και βεβαίως διαλύεται η λύπη, μειώνεται ο θυμός και η μνησικακία, αποκαλύπτονται μελλοντικά πράγματα και φανερώνεται η πνευματική κατάσταση και η πνευματική δόξα, που έχει κανείς, καθώς η προσευχή είναι ο καθρέπτης της πνευματικής προόδου και όπως το λέει χαρακτηριστικά ο άγιος, η προσευχή είναι για εκείνον που προσεύχεται, δικαστήριο και κριτήριο και βήμα του Κυρίου, πριν από το μελλοντικό βήμα. Διότι η προσευχή με την ποιότητα, την ένταση, την δύναμη, την πυκνότητα, την καθαρότητα και την επιμονή της, κρίνει τον προσευχόμενο, καθώς τα χαρακτηριστικά της προσευχής του, είναι εκείνα που προσδιορίζουν και χαρακτηρίζουν την κατάσταση της καρδιάς του και το βάθος της προαιρέσεως του.

Ο άγιος ζητάει από εμάς να στεκόμαστε ως υπόδικοι και φταίχτες ενώπιον του Κυρίου και να μην λέμε πολλά στην προσευχή μας, για να μην διασκορπίζεται ο νους μας, αναζητώντας λόγια. Ο τελώνης έναν λόγο είπε και εξιλέωσε τον Θεό. Το ίδιο και ο ληστής επάνω στον Σταυρό. Ο Χριστός άλλωστε ξέρει τι θα του ζητήσουμε, προτού να το ζητήσουμε. Μια λεπτομέρεια, που όμως είναι σημαντική. Όταν αισθάνεσαι γλυκύτητα ή κατάνυξη σε κάποιο λόγο της προσευχής σου, σταμάτησε σε αυτόν, επανέλαβέ τον, για όσο διαρκεί η κατάνυξη, διότι τότε συμπροσεύχεται μαζί μας ο άγγελος φύλακάς μας.

Μεγάλη βαρύτητα δίνει ο άγιος στην πραότητα και την αοργησία με την οποία πρέπει να προσευχόμεθα. Κάτι όχι τόσο εύκολο, αλλά απαραίτητο, διότι εάν επιχειρούμε να προσευχηθούμε, γεμάτοι οργή και μνησικακία, δεν θα είναι εύκολο να συγκεντρωθούμε, αλλά ούτε και να προσευχηθούμε με θέρμη και ζήλο, διότι ο θυμός και η αγανάκτηση για το κακό, που μας έκαναν οι εχθροί μας, θα ψυχράνουν την καρδιά μας και δεν θα της επιτρέψουν να προσευχηθεί, όπως πρέπει.

Σε σχέση με την μάζωξη και τιθάσευση του ατίθασου και άσωτου νου μας, ο άγιος επισημαίνει, πως αν αγωνιζόμαστε συνεχώς και αποφασιστικώς, τότε θα μας επισκεφτεί και εμάς, Εκείνος που θέτει όρια στη θάλασσα του νου και κατά την ώρα της προσευχής μας, θα της πει: «Μέχρι τούτου ελεύση, και ουχ υπερβήση» (Ιώβ λή, 11). Είναι αδύνατον να δεσμεύσει κανείς ένα πνεύμα, όπως τον νου. Όπου όμως παρουσιασθεί ο Κτίστης του πνεύματος, τα πάντα υποτάσσονται. Η προσευχή βεβαίως προϋποθέτει την ύπαρξη πίστεως, διότι η πίστη δίνει φτερά στην προσευχή. Χωρίς την πίστη και την εμπιστοσύνη στον Κύριο, η προσευχή δεν μπορεί να πετάξει στον ουρανό. Και για να αποκτήσουμε ασφαλώς προσευχή καθαρή και ποιοτική και επομένως θεάρεστη, θα πρέπει να προσευχόμεθα, έστω και χωρίς συγκέντρωση μερικές φορές ή ρυπαρά και ακηδιαστικά κάποιες άλλες, δηλαδή έστω κι αν μας ταλαιπωρούν μάταιες ενθυμήσεις, ρεμβασμοί και διαλογισμοί πονηροί, το σημαντικό είναι να μην παραιτηθούμε, να μην σταματήσουμε, αλλά να συνεχίζουμε την προσευχή, χωρίς να υπολογίζουμε κόπο και πόνο.

Πρέπει να αντιληφθούμε και να κατανοήσουμε καλά εμείς οι χριστιανοί, ότι δεν υπάρχει τίποτε καλύτερο, αγαθότερο, υψηλότερο, ανώτερο, γλυκύτερο και ερασμιώτερο από το πρόσωπο του Θεανθρώπου Ιησού και επομένως δεν αξίζει τίποτε περισσότερο, από το να προσκολλώμαστε απερίσπαστα μέσω της προσευχής στο θεϊκό πρόσωπο του Κυρίου. Επομένως ακόμη κι αν κάποιες φορές δεν εισακούονται τα αιτήματά μας και μόνο το γεγονός ότι επιμένουμε στην προσευχή, δηλαδή στην προσκόλληση και τη συνεχή παραμονή στην ένωση με το άκρως εφετόν και επιθυμητόν, που είναι ο Χριστός, αυτό από μόνο του, προξενεί τεράστια ωφέλεια στην ψυχή μας, την ύπαρξή μας και τη ζωή μας και μας κληροδοτεί την μέλλουσα Βασιλεία της αθανασίας και της θεϊκής αγάπης, που δεν έχει τέλος. Εάν βεβαίως εισακουόμαστε, όταν προσευχόμαστε για άλλους, δεν πρέπει να υπερηφανευόμαστε, διότι η πίστη αυτών ενήργησε, ώστε να εισακουσθεί η προσευχή μας.

 Τελειώνοντας με τους λόγους του αγίου Ιωάννου του Σιναϊτου, μένουμε σε αυτό που λέγει, ότι είναι βαρύ να αρπάξεις το νερό από το στόμα του διψασμένου. Βαρύτερο όμως είναι να διακόψεις μια ψυχή, που προσεύχεται με κατάνυξη από την πολυπόθητη αυτή προσευχή της, πριν την τελειώσει. Θα πρέπει λοιπόν να προσέξουμε, όταν κάποιος από την οικογένεια στο σπίτι μας, προσεύχεται και μάλιστα με δάκρυα και κατάνυξη, να μην τον διακόψουμε κατ’ουδένα τρόπο, ούτε με την τηλεόραση, ούτε με άκαιρες συζητήσεις και φλυαρίες, ούτε με τους θορύβους του σπιτιού, αλλά να κάνουμε ησυχία, μέχρι να τελειώσει την προσευχή του, το μέλος που προσεύχεται, διότι συν τοις άλλοις δεν ξέρουμε εάν θα ξαναβρεθεί σε μία τέτοια κατάσταση κατανύξεως και δακρύων. Εάν το κάνουμε αυτό, έστω κι αν εμείς δεν είμαστε πολύ της προσευχής, το γεγονός ότι προσέξαμε και σεβαστήκαμε εκείνον που προσευχόταν, αυτό θα μετρήσει υπέρ μας.

Η προσευχή, αγαπητοί μου, είναι έργο ευεργετικό, όχι μόνον για τον προσευχόμενο, αλλά και για το περιβάλλον του, καθώς και για όλους για όσους προσεύχεται. Ιδιαίτερα οι προσευχές των αγίων είναι μεγίστης σημασίας για την ανθρωπότητα ολόκληρον. Οι προσευχές των ηγιασμένων ψυχών επηρεάζουν την ιστορία του κόσμου, προκαλώντας την πολλαπλή ευεργετική επέμβαση του Θεού στον ρουν της ιστορίας. Γι’αυτό και κάνουν πολύ μεγάλο λάθος, εκείνοι που θεωρούν αντικοινωνικούς τους μοναχούς, τους αναχωρητές και τους ανθρώπους που αφιερώνουν την ζωή τους στην προσευχή και αένναη δοξολογία του Θεού και ότι δήθεν δεν προσφέρουν τίποτα στην κοινωνία. Ίσα-ίσα δεν υπάρχει πιο κοινωνική και αλληλέγγυα εργασία και μεγαλύτερη προσφορά στο κοινωνικό σύνολο από την εργασία της προσευχής.

 Η δύναμη της προσευχής και η δύναμη της φιλίας με τον Χριστό, των φίλων του Θεού, δηλαδή των αγίων, είναι τεράστια και μπορεί να μεταμορφώσει ψυχές και να αναμορφώσει την κοινωνία. Εκείνος μάλιστα που με την εδώ ζωή του, έγινε φίλος του Θεού και έτσι η ύπαρξή του εκτείνεται στην αθανασία, θα μπορεί να έχει ασύλληπτη και αδάπανη ευεργετικότητα για τον κόσμο ανά τους αιώνας, με την υπεραξία της ακοίμητης πρεσβείας και μεσιτείας του προς Κύριον. Οι πιστοί γνωρίζουν, ότι η τιμή των αγίων διαβαίνει στον Χριστό, γι’αυτό και τιμούν τους αγίους, τους σέβονται και προσεύχονται σε αυτούς επικαλούμενοι την μεσιτεία τους και έχοντας ελπίδα στην παρρησία, που έχουν οι άγιοι ενώπιον του θρόνου του Θεού.

 Για χίλια έτη οι Ρωμηοί εκράτησαν δια μέσου μυρίων δεινών την ένδοξον Ορθόδοξον Αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως, που τους εχάρισε ο Χριστός και η Υπέρμαχος Στρατηγός, χάρις εις τας προσευχάς τους, τα Μοναστήρια και τις Εκκλησίες τους και χάρις εις τας πρεσβείας της Παναγίας και των Αγίων μας, τας οποίας επεκαλούντο αδιαλείπτως και ακαταπαύστως. Οι πρόγονοί μας εγνώριζαν καλώς την αναγκαιότητα της προσευχής, δια της οποίας καταφλέγεται ο διάβολος, μαζί με τα ολέθρια ψυχικά και σωματικά πάθη. Επιπλέον είχαν συνείδηση, ότι τα αγαθά έργα είναι καλά, αρκεί να εκπορεύονται από μία καρδιά ταπεινή και προσευχομένη. Εάν ελπίζουμε εις τα έργα μόνον, χωρίς την ταπείνωση και την καθαρότητα, που εκπηγάζουν από ταπεινή και καθαρή προσευχή, κινδυνεύουμε να ακούσουμε υπό του Κυρίου, το «ουκ οίδα υμάς».

Στο σημείο αυτό όμως ας δούμε και ολίγα τινά, από όσα λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος περί προσευχής. Ένα στοιχείο στο οποίο δίνει ιδιαίτερη σημασία ο άγιος, είναι η επιμονή κατά τη διάρκεια της προσευχής. Έστω κι αν δεν εισακουόμαστε αρχικά και πολυκαιρίζουμε στην προσευχή, δεν θα πρέπει να αποκάμουμε, αλλά να επιμείνουμε μέχρι να εισακουστούμε. Και αναφέρει την περίπτωση της Χαναναίας, η οποία τελικά ανταμείφθηκε και εισακούστηκε το αίτημά της από τον Κύριο, διότι δεν παραιτήθηκε, δεν απογοητεύθηκε, όταν αρχικά ο Κύριος δεν της έδινε σημασία ή της μιλούσε προσβλητικά, αλλά συνέχισε να τον παρακαλάει με ζήλο και θερμή πίστη και τελικά ο Χριστός της έκανε το χατήρι και θεράπευσε την κόρη της. (Εις την Γένεσιν ΛΔ΄, ΕΠΕ 3,428. PG 53,314).

Στο ζήτημα για το ποια πρέπει να είναι τα αιτήματά μας, ο άγιος απαντά πως είναι ανάξιο από τον τόσο γενναιόδωρο και παντοδύναμο Κύριο να ζητάμε αυτά που καταστρέφονται στην παρούσα ζωή και μεταβάλλονται και αλλάζουν συνέχεια. Διότι τέτοια είναι όλα τα ανθρώπινα πράγματα, είτε μιλήσεις για τον πλούτο, είτε για την εξουσία, είτε για την ανθρώπινη δόξα. Ας ζητάμε λοιπόν εκείνα που μένουν για πάντα, τα αιώνια, εκείνα που δεν γνωρίζουν μεταβολή. Και γνωρίζοντας την καλωσύνη του Κυρίου μας, ας μην κάνουμε λόγο για τα παρόντα, αλλά ας μεταφέρουμε τον ζήλο μας στην επιθυμία των επουρανίων αγαθών. (Εις την Γένεσιν ΝΔ΄, ΕΠΕ 4,374-378. PG 54,478-479).

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στο να προσευχόμασθε υπέρ των εχθρών μας ή τουλάχιστον να μην προσευχόμασθε με μνησικακία και μίσος. Ζητάει η προσευχή μας να είναι ήρεμη και γαλήνια και να έχει χαρούμενο και ήπιο πρόσωπο. Τέτοια είναι η προσευχή, που γίνεται με πραότητα και όχι εναντίον των εχθρών. Όπως τονίζει ο άγιος, η γλώσσα που δεν λέει τίποτα το πικρό στην προσευχή, αλλά όσα λέει είναι ευχάριστα, αυτή είναι η γλώσσα των αγγέλων. Όταν έρχεται και προσεύχεται για εκείνους που την αδικούν και την βλάπτουν, τότε και οι άγγελοι στέκονται όρθιοι και την ακούν με πολλή ησυχία και όταν τελειώσει, δεν σταματούν να την χειροκροτούν, να την επαινούν και να την θαυμάζουν.

Είναι σημαντικό να προσευχόμασθε δίχως οργή και θυμό (εκτός κι αν τον στρέφουμε κατά των δαιμόνων και κατά της αδικίας που υπάρχει στον κόσμο γενικότερα), διότι ο διάβολος φοβάται περισσότερο αυτόν που συγκρατεί την οργή του και νικά τον θυμό του, παρά εκείνον που θεραπεύει δαιμονισμένους. Γιατί και τα πάθη αυτά είναι φοβερός δαίμονας και πρέπει περισσότερο να λυπούμαστε τους οργίλους και θυμώδεις και όχι τους δαιμονισμένους. Άλλωστε, όπως υπογραμμίζει ο άγιος, το να είναι κανείς δαιμονισμένος δεν οδηγεί στην γέενα της κολάσεως, ενώ η οργή και η μνησικακία βγάζουν τον άνθρωπο έξω από την Βασιλεία των ουρανών. (Εις τον Δ΄ Ψαλμόν, ΕΠΕ 5,136-142. PG 55,44-45).

Ασφαλώς για να εισακουσθεί κανείς, θα πρέπει να είναι ταπεινός στην καρδιά, πτωχός στο πνεύμα και να έχει φρόνημα ταπεινό, διότι όχημα της προσευχής είναι η ταπεινοφροσύνη. Οπωσδήποτε απαραίτητη είναι η ευγνωμοσύνη και η ευχαριστιακή δοξολογία μετά την λήψη του αιτουμένου. Ο άγιος τονίζει, πως εκείνοι που παρακαλούν με πάρα πολύ μεγάλη προθυμία και επιμονή, πριν ακόμη λάβουν το δώρο, δηλαδή το αιτούμενο, έχουν την αίσθηση από την καθαρή και πολύ μεγάλη τους διάθεση με την οποία προσευχήθηκαν, ότι έλαβαν ήδη το δώρο, διότι από προηγουμένως έχει πλημμυρίσει η καρδιά τους από την ευφροσύνη της θείας χάριτος, που τους επισκέφτηκε κατά την διάρκεια της προσευχής τους. Αυτοί έχουν ήδη πετύχει του σκοπού της προσευχής των, έστω κι αν δεν έλαβαν, ακριβώς ό,τι ζήτησαν. (Εις τον ΙΒ΄ Ψαλμόν, ΕΠΕ 5,566. PG 56,152).

Είναι σημαντικό αυτό που λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, πως όταν βρεθούμε σε κάποια απρόσμενη συμφορά, δεν πρέπει να χάσουμε το θάρρος μας, αλλά αμέσως να δυναμώσουμε το φρόνημά μας και να τρέξουμε στο ακύμαντο λιμάνι και στον απόρθητο πύργο, την βοήθεια του Θεού. Βέβαια αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο για κανέναν μας εκείνες τις ώρες της μεγάλης συμφοράς και του δεινού πειρασμού, αλλά ο άγιος επισημαίνει, πως γι’αυτό ο Κύριος, επέτρεψε να πέσουμε στην συμφορά, για να τον καλέσουμε και μάλιστα με θέρμη και ζήλο και προθυμία πολλή. (Εις τον ΡΙΔ΄ Ψαλμόν, ΕΠΕ 6,520-522. PG 55,315-316).

Πολλές φορές, λέει ο άγιος Ιωάννης, είδε γυναίκες να προσεύχονται από τα βάθη της καρδιάς τους για τον ξενιτεμένο σύζυγό τους και το άρρωστο παιδί τους, με τέτοιο τρόπο, και τόσα πολλά δάκρυα να χύνουν, ώστε να πετυχαίνουν τον σκοπό της προσευχής τους. Άλλο παράδειγμα που μας δίνει είναι η μητέρα του προφήτου Σαμουήλ, η Άννα, η οποία προσευχόταν από τα βάθη της καρδιάς της, έχυνε αμέτρητες πηγές δακρύων και με την προσευχή της υψώθηκε στον ουρανό. (Α΄ Βας 1,10-11). Εκείνος που προσεύχεται έτσι, βεβαιώνει ο άγιος, πριν ακόμη λάβει εκείνα που ζητά, κερδίζει από την προσευχή μεγάλα καλά. Διότι καταπραϋνει όλα τα πάθη, μαλακώνει τον θυμό, διώχνει τον φθόνο, διαλύει την επιθυμία, καταμαραίνει τον έρωτα για τα κοσμικά πράγματα, χαρίζει στην ψυχή του πολλή γαλήνη, και ανεβαίνει πλέον στον ίδιο τον ουρανό. Διότι όπως ακριβώς η βροχή που πέφτει μαλακώνει την σκληρή γη, ή η φωτιά το σίδερο, έτσι και η παρόμοια προσευχή, καταμαλακώνει και διαποτίζει την σκληρή από τα πάθη διάνοια, δυνατότερα από την φωτιά και περισσότερο από την βροχή. Όταν λοιπόν προσεύχεσαι, μην ζητάς μόνον αυτό, δηλαδή πως να λάβεις εκείνο που αιτείσαι, αλλά και πως να κάνεις καλύτερη την ψυχή σου με την προσευχή αυτή. Διότι αυτό είναι και το έργο της προσευχής. Εκείνος που προσεύχεται με τον τρόπο αυτό, γίνεται ανώτερος από τα κοσμικά πράγματα, δίνει φτερά στην διάνοιά του, κάνει ανάλαφρη την σκέψη του και δεν κυριεύεται από κανένα πάθος. (Εις τον ΡΚΘ΄ Ψαλμόν, ΕΠΕ 7,68-76. PG 55,373-376).

Εν κατακλείδι, αγαπητοί μου, εύχομαι με τις πρεσβείες της Οσίας Ειρήνης και των λοιπών αγίων, να μιμηθούμε την μεγάλη αγάπη που έτρεφαν οι ηγιασμένες ψυχές για την συνομιλία με τον Χριστό και να επιδοθούμε με ζήλο θεϊκό και ουράνιο πόθο στο θεάρεστο έργο της προσευχής, που τόσα καλά θα φέρει στην ζωή μας αυτή, αλλά κυρίως θα γίνει σε εμάς, πρόξενος της μελλούσης Βασιλείας, για να χαιρόμαστε εκεί αθανάτως, με τους αγγέλους του Θεού και πάντας τους αγίους, υμνούντες και δοξάζοντες ακαταπαύστως το πανάγιον όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων, Αμήν!     

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ ΣΥΝΑΞΗ ΤΩΝ ΔΩΔΕΚΑ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΥΠΟ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΠΕΤΡΑΣ ΔΑΒΙΔ

 Η ΚΑΤΑ ΘΕΟΝ ΣΟΦΙΑ ΩΣ ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ ΣΥΝΑΞΗ ΤΩΝ ΔΩΔΕΚΑ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ (2021) ΥΠΟ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΠΕΤΡΑΣ ΔΑΒΙΔ

Για μία ακόμη χρονιά αγαπητοί μου συγκεντρωθήκαμε όλοι εδώ, για να εορτάσουμε την σύναξη των Αγίων Αποστόλων. Να γευθούμε την χάρη τους και να επικαλεσθούμε την μεσιτεία τους, βασιζόμενοι στη μέγιστη παρρησία που διαθέτουν απέναντι στο μεγάλο τους Διδάσκαλο, τον Θεάνθρωπο της Αγάπης, τον Κύριό μας και Δεσπότη Ιησού Χριστό. 

Σήμερα δεν θα πραγματοποιήσουμε υψηλές θεολογικές πτήσεις γύρω από τα πρόσωπα των Αγίων Αποστόλων. Παρά ταύτα ένα ερώτημα που θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας, είναι πως θα αντιμετώπιζαν την εποχή μας, εάν ζούσαν σε αυτήν, οι Άγιοι Απόστολοι ή έστω οι μαθητές τους, οι έχοντες το αυτό πνεύμα και φρόνημα με τους αγίους Αποστόλους. Ασφαλώς δεν μπορούμε να μιλήσουμε εκτενώς, πολλώ δε μάλλον να εξαντλήσουμε ένα τέτοιο θέμα στα όρια ενός κηρύγματος. Απλώς θα κάνουμε δυο-τρεις παρατηρήσεις, σύντομες κατά το δυνατόν, σχετικά με αυτό.

Η εποχή στην οποία ζούμε, είναι όπως ομολογούν αυτοπροσδιοριστικά οι ίδιοι οι εργάτες της ανομίας, οι εχθροί του Χριστού, η Νέα Εποχή, η Εποχή του Υδροχόου, του νέου Μεσσία της ανθρωπότητος, που θα έλθει για εκείνους που θα έχουν απαρνηθεί τον προηγούμενο Μεσσία, τον αληθινό. Μερικά από τα βασικά χαρακτηριστικά της εποχής μας, που διαγράφουν το γενικότερο πλαίσιό της και θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν και ως σημεία των καιρών, είναι η παγκοσμιοποίηση όλων σχεδόν των τομέων της ζωής, η πλήθυνση και αύξηση της ανομίας και της αδικίας σε εξωπραγματικό βαθμό, η απροκάλυπτη πλέον, φανερή όσο ποτέ άλλοτε και θρασύτατη δράση των σκοτεινών και αντιχρίστων δυνάμεων, καθώς και η με γεωμετρική πρόοδο ολοένα αυξανόμενη ψηφιοποίηση του κόσμου με την αλματώδη και αδιανόητη ανάπτυξη της τεχνολογίας.

Για να απαντήσει ο σημερινός πιστός ορθόδοξα χριστιανικά στις προκλήσεις της εποχής, θα πρέπει κατά τη γνώμη μας να διαθέτει κυρίως τα πνευματικά αισθητήρια των Αγίων Αποστόλων και πάντων των Αγίων, δηλαδή τη θεϊκή σοφία και τον φωτισμένο τους νου, τουλάχιστον ως ένα βαθμό, μικρό ή μεγάλο. Ορθόδοξα πνευματικά αισθητήρια, Ορθόδοξη κατά Θεόν σοφία. Για αυτήν την σοφία μας ομιλούν όλοι οι Απόστολοι και ιδιαιτέρως ο Απόστολος Παύλος. Δεν εννοούν βεβαίως οι Απόστολοι την σοφία και την εξυπνάδα του κόσμου τούτου, ούτε τον κοινόν νουν που έχουν όλοι οι άνθρωποι και μ’αυτόν σκέπτονται. Ο νους αυτός από μόνος του χωρίς τη θεία φώτιση είναι εσκοτισμένος σε ότι αφορά πνευματικά ζητήματα. Και η εξυπνάδα ενός ανθρώπου, όσο ευφυής κι αν είναι αυτός, δεν αρκεί για να τον προστατέψει από τις προκλήσεις της εποχής μας και να τον βοηθήσει να διακρίνει τα σημεία των καιρών. Δια τούτο θα υπάρξουν πολλοί πανέξυπνοι άνθρωποι που θα την πατήσουν, κατά το δη λεγόμενον, θα εξαπατηθούν και θα κλίνουν γόνυ τω Βάαλ. Θα υποκύψουν στα θέλγητρα της εποχής. Όπως λέει και ο λαός μας, το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται.

 Καθώς βεβαιώνει και ο Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, η σοφία του κόσμου τούτου δεν κατεβαίνει από τον ουρανό, δεν είναι θεία σοφία, αλλά επίγειος, σαρκική, υπηρετεί μόνο τα γήινα και την σάρκα και είναι ξένη προς το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, εμπνεόμενη από τους δαίμονες. Και άρα θα οδηγήσει όχι στον Ουράνιο και Θεϊκό Μεσσία, αλλά σε έναν επίγειο, σαρκικό και δαιμονιώδη μεσσία. Διότι η σοφία αυτή είναι ανίκανη να βοηθήσει να αντιμετωπισθούν σημαντικά θέματα, όπως αυτά που σχετίζονται με την σωτηρία μας, με διάκριση του ποιο είναι το πραγματικό μας συμφέρον, εάν και πότε θα πρέπει να ομολογούμε τον Χριστό, τι είναι εκ Θεού και τι δαιμονικό. Η επίγειος σοφία, η κατά κόσμον είναι ικανή μόνο στο να μας κάνει να ασχολούμασθε με μάταιες ενασχολήσεις, να σπαταλάμε τον χρόνο μας με προσπάθειες για εφήμερες κατακτήσεις, έτσι ώστε η καρδιά μας να καταστεί ανίκανη να νιώσει τι θα πει κατάνυξη, συντριβή και μετάνοια και φθάνοντας εν τέλει στην ώρα του θανάτου μας, να μην έχουμε κανένα απολύτως εφόδιο, που θα μπορούσε να μας φανεί χρήσιμο για την άλλη ζωή.

 Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι οι ίδιοι Απόστολοι του Χριστού δεν ήταν ούτε οι πιο μορφωμένοι, οι πιο σοφοί κατά κόσμον, ούτε οι πιο έξυπνοι άνθρωποι του κόσμου. Τα κατάφεραν όμως περίφημα, πραγματοποιώντας το μεγαλειώδες έργο, που τους ανέθεσε ο Κύριος. Και πέτυχαν κάτι αδιανόητο, απίστευτο και ανθρωπίνως αδύνατο, να κηρύξουν το ευαγγέλιο του Χριστού και να εδραιώσουν την Ορθόδοξη Πίστη σε όλη την τότε γνωστή οικουμένη, έχοντας απέναντί τους θεούς και δαίμονες και αντιμετωπίζοντας αξεπέραστα για άλλους και ανυπέρβλητα εμπόδια. 

Όπως τονίζει ο Απ. Παύλος η κατά Θεόν σοφία διδάσκεται σε εκείνους που είναι ώριμοι και τέλειοι πνευματικά ή τουλάχιστον σε εκείνους που αγωνίζονται κατά των παθών και αποκτούν συν τω χρόνω με τον αγώνα τους πείρα και ωριμότητα πνευματική. Είναι αυτό που λένε οι Ανδρέας και Αρέθας Καισαρείας στην ερμηνεία της Ιεράς Αποκαλύψεως, ότι η πείρα και ο χρόνος θα διδάξει σε εκείνους που νήφουν, που επαγρυπνούν και αγωνίζονται, τα σημεία των καιρών και θα τους πληροφορήσει εσωτερικά για την εκπλήρωση των προφητειών. Σε καρδιά που είναι γεμάτη από πικρία και ζήλον αρνητικό για τον πλησίον και τρέφει για τον συνάνθρωπο κακία, δόλο και μίσος, δεν κατέρχεται η θεϊκή σοφία και αφήνει απληροφόρητη την καρδιά αυτή και επομένως έκθετη και ευάλωτη στη σαγήνη και την απάτη της Νέας Εποχής.

 Συνεχίζοντας ο Απ. Παύλος λέγει ότι η θεϊκή σοφία δεν είναι σοφία του κόσμου τούτου, ούτε σοφία των αρχόντων του παρόντος αιώνος των καταργουμένων. Αυτοί σήμερα είναι και αύριο καταργούνται. Τόσο εφήμεροι και πρόσκαιροι είναι. Και η εξουσία τους είναι προσωρινή. Κανένας μεγάλος του κόσμου αυτού δεν γνώρισε τη θεϊκή σοφία. Πως λοιπόν μπορεί να μεταδώσει κάτι που δεν έχει; Εάν άλλοστε ήταν μέτοχοι της σοφίας του ουρανού οι πολιτικοί άρχοντες, δεν θα καταφέρονταν με τόσο μίσος κατά του Χριστού και της Εκκλησίας, μίσος που πολλές φορές είναι μεταμφιεσμένο σε ευλαβές ενδιαφέρον, ούτε και θα εσταύρωναν πάλιν και πολλάκις τον Βασιλέα της Δόξης. Αυτό ας το ακούσουν προσεκτικά όλοι οι πιστοί μας και ας μην προσκολλώνται στα κόμματα, υπολαμβάνοντάς τα ως σανίδα σωτηρίας, ούτε να έχουν υπερβολική εμπιστοσύνη στους πολιτικούς, τους άρχοντες του αιώνος τούτου, από τη στιγμή μάλιστα που οι ίδιοι οι πολιτικοί ερίζουν συνεχώς και  φαίνεται να μην εμπιστεύονται, να μην σέβονται και να μην εκτιμάνε ο ένας τον άλλον, προσβάλλοντας και αμφισβητώντας την αξιοπιστία και την προσωπικότητα αλλήλων. Άλλοστε ας μην ξεχνάμε ότι από τον ευρύτερο χώρο της πολιτικής εξουσίας θα προέλθει το θηρίον το αναβαίνον εκ της θαλάσσης, το βδέλυγμα της ερημώσεως, ο υιός της ανομίας.

Και συνεχίζοντας στην Ά προς Κορινθίους επιστολή του ο Παύλος λέγει ότι οι Απόστολοι του Χριστού διδάσκουνε σοφία που δίνει ο Θεός (και αυτό το κάνουνε διαχρονικά σε όλους τους αιώνες), σοφία μυστηριώδη που δεν μπορεί ο πεπερασμένος ανθρώπινος νους μόνος του να την ανακαλύψει. Γι’αυτό πρόκειται για θεία αποκάλυψη και όχι για ανθρώπινη ανακάλυψη. Σοφία η οποία και τώρα ακόμη που απεκαλύφθη από τον Θεό στους εκλεκτούς του, μένει κρυμμένη και λανθάνουσα για όσους είναι ξένοι προς τον Χριστόν και δεν συνδέονται μαζί του. Η σοφία του Θεού μας μιλάει για πράγματα που δεν τα είδε μάτι, δεν τα άκουσε αυτί και δεν τα σκέφθηκε, ούτε τα φαντάσθηκε νους και καρδιά ανθρώπου. Και όλα αυτά τα ετοίμασε ο Χριστός για εκείνους που τον αγαπούν, έτσι ώστε και στην εποχή των εσχάτων, να έχουν το μέτρο, το κριτήριο και τα αισθητήρια να ακτινογραφούν τα έσχατα και να μπορούν μέχρι τέλους να διακρίνουν την πλάνη και τις πλεκτάνες του πονηρού. Η σοφία όμως του Θεού φανερώνει όχι μόνο όλα τα μυστικά και μυστήρια του ουρανού, αλλά ακόμη και όλα τα μυστικά και μυστήρια των σκοτεινών και υποχθονίων δυνάμεων, του πονηρού και των οργάνων του. Τα βάθη Του Πνεύματος, αλλά και τα βαθέα του Σατανά. Για να θέλγεται ο νους και η καρδιά των ευσεβών από τα βάθη του Πνεύματος, αλλά και να διδάσκεται αυτά που πρέπει από τα βαθέα του Σατανά. Έτσι ώστε οι πιστοί να μην καταλήξουν όπως οι πολλοί σαν τους τυφλούς στον Άδη και να μην βρεθούν στο βάραθρο της απωλείας, χωρίς να πάρουν είδηση για την καταστροφή στην οποία οδηγείται η ανθρωπότητα.

Δια τούτο λοιπόν οι πιστοί χριστιανοί είναι προνομιούχοι. Γιατί έχουν ή μπορούν να αποκτήσουν κάτι, που οι λοιποί των ανθρώπων δεν μπορούν να διανοηθούν ή δεν υποψιάζονται καν ότι υπάρχει. Την σοφία του Θεού. Αρκεί όπως υπογραμμίζει ο Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος να το ζητάνε από τον Χριστό με θερμή πίστη και με έντονη και επίμονη προσευχή. Χρειάζεται λοιπόν προσευχή και μελέτη του λόγου του Θεού για να αποκτήσει κανείς την άνωθεν σοφία. Παράλληλα πρέπει να ζητούμε με επίταση από τον Κύριο να μας χαρίσει νουν Χριστού για να μπορούμε να διακρίνουμε τα νοήματα του πονηρού, τις πονηρές και εφάμαρτες σκέψεις που μας υποβάλλει ο διάβολος, τους λογισμούς του Σατανά από τα θεία νοήματα και να μπορούμε να αποφεύγουμε τις παγίδες και τα τεχνάσματά του, σε έναν κόσμο και σε μία εποχή που βρίθει από τους πειρασμούς και τα νοήματα του Εωσφόρου. Έτσι θα μπορούμε να διακρίνουμε καθαρά και με σαφήνεια ποιο είναι το θέλημα του Θεού σε κάθε περίπτωση και δεν θα πελαγοδρομούμε κινδυνεύοντας να καταλήξουμε σε αδιέξοδο ή πολύ χειρότερα στην απώλεια και την καταστροφή. Η σοφία του Θεού θα κατευθύνει την ζωή μας και θα μας καθοδηγεί στο σωστό δρόμο και την ορθή πορεία, χαρίζοντάς μας σκέψη και αίσθηση Χριστού.

Η θεϊκή σοφία μας δίδεται ως αόρατη ευλογία και χάρις από τον Χριστόν, όχι όμως χωρίς να κοπιάσουμε και σίγουρα όχι σε εκείνους που έχουν τεράστια άγνοια της Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας και δεν έχουν ιδέα ούτε από τα βασικά, κυρίως λόγω αμέλειας και αδιαφορίας. Εδώ είμαστε ακόμη και ο Χριστός μας δίνει χρόνο, μακροθυμεί και παρατείνει τη ζωή μας, προκειμένου να εργαστούμε, να καλλιεργήσουμε τον αγρό της ψυχής μας και να αναπληρώσουμε όσο πρέπει τις ελλείψεις και την άγνοιά μας. Δεν ζητάει ο Κύριος κάτι φοβερό από εμάς, ούτε έχει υπερβολικές απαιτήσεις, δεν ζητάει να αρθούμε στο ύψος των αγίων Αποστόλων και να φθάσουμε το πνευματικό τους μεγαλείο-άλλη ήταν η εποχή η δική τους με την σωματική ευλογία και παρουσία του ιδίου του Χριστού και άλλη η δική μας, όπου ο Κύριος απουσιάζει όχι μόνο σωματικά αλλά και πνευματικά από τις καρδιές των περισσοτέρων- αλλά σίγουρα θα απαιτήσει από εμάς να αξιοποιήσουμε το πνευματικό οπλοστάσιο της Εκκλησίας όσο πρέπει, προκειμένου να πορευθούμε στους εσχάτους καιρούς που ζούμε, όπως οι εκλεκτοί του εκείνοι που δεν πρόκειται να πλανηθούν και όχι εκείνοι από τους εκλεκτούς που εν τέλει θα πλανηθούν.

 Όσο λοιπόν θα εργαζόμασθε πνευματικά, όσο ο λόγος του Θεού θα εισδύει μέσα στα κατάβαθά μας, τόσο θα μας εξοπλίζει και με τη δυνατότητα να βλέπουμε σωστά, να κρίνουμε όπως θέλει ο Θεός και έτσι να ενεργούμε αναλόγως. Έτσι θα γινόμαστε έτοιμοι συν τω χρόνω και ικανοί να μπορούμε να απαντάμε ορθόδοξα στις προκλήσεις της εποχής μας. Επειδή όμως κανείς από εμάς δεν είναι αδέσποτος ή τουλάχιστον δεν πρέπει να είναι, χωρίς πνευματικό πατέρα εννοώ, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η μεγαλύτερη αρετή που ελκύει την κατά Θεόν σοφία είναι η ταπείνωση. Σε υπερήφανη καρδιά δεν αναπαύεται, έστω κι αν αυτή η καρδιά γνωρίζει απ’έξω κι ανακατωτά όλη τη διδασκαλία της Εκκλησίας και έχει όλα τα χαρίσματα του κόσμου. Αυτή άλλοστε θα είναι περισσότερο μια ξηρή και θεωρητική γνώση, που δεν στηρίζεται όμως και δεν πηγάζει από την πνευματική πείρα και το ορθόδοξο βίωμα. Οπότε ένας σοφός πνευματικός πατέρας, μπορεί να καθοδηγήσει απλανώς τον ταπεινό μαθητή και να του μεταδώσει την δική του θεϊκή σοφία και να κάνει έτσι πιο εύκολο το έργο του υποτακτικού του.

Είμαστε όμως έτοιμοι αγαπητοί μου, εάν και εφόσον χρειαστεί να απαρνηθούμε τον τρόπο ζωής και τις συνήθειες με τις οποίες ζούμε; Η ζωή μας κυριαρχείται από τις τεχνολογικές ανέσεις της εποχής. Τι θα έλεγαν οι Απόστολοι του Χριστού με τη θεϊκή τους σοφία, εάν έρχονταν αντιμέτωποι με την τεχνολογική εξέλιξη της εποχής μας; Ας είμαστε ειλικρινείς. Η κορύφωση της τεχνολογίας είναι αυτή που μαζί με όλα τα άλλα έχει οδηγήσει σε πνευματική χαυνότητα και χαλαρότητα και σε έκπτωση των ηθών και των αξιών της ανθρωπότητας. Προσωπικά δεν πιστεύω ότι οι Απόστολοι θα είχαν θετική άποψη για την τεχνολογία της εποχής μας. Και δεν νοείται να υπάρχει χριστιανός που να είναι τελείως ανυποψίαστος για τον αρνητικό ρόλο, που θα διαδραματίσει ο τεχνολογικός παροξυσμός στις ημέρες των εσχάτων. Δεν μπορούμε να θεωρούμε τελείως αθώα την οποιαδήποτε εξέλιξη. Όλα γίνονται για κάποιο σκοπό. Όλα εξυπηρετούν ένα γενικότερο και ευρύτερο πλάνο.

Από την άλλη δεν μπορούμε να απαρνηθούμε και τελείως τη ζωή που μας προσφέρει η τεχνολογική πρόοδος, διότι αλλοιώς θα έπρεπε να είμαστε αποφασισμένοι να ζήσουμε το υπόλοιπο της ζωής μας στις ερήμους και τις σπηλιές της γης, μακριά από οποιαδήποτε άνεση και παροχή μας προσφέρει αυτή. Βεβαίως όποιος θέλει είναι ελεύθερος να το κάνει. Να ζήσει μια ζωή χωρίς καμία τεχνολογική άνεση. Όχι όμως να το επιβάλλει και στους άλλους. Αυτό δεν έχει το δικαίωμα να το κάνει. Η άποψή μας είναι πως μπορούμε να ζούμε στην κοινωνία και να κάνουμε περισσότερο ή λιγότερο λελογισμένη χρήση των δυνατοτήτων που μας προσφέρει η εποχή μας, γνωρίζοντας πως κάποια στιγμή, θα κληθούμε να τα παρατήσουμε όλα και να θυσιάσουμε τα πάντα για τον Χριστόν. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι, όταν έλθει η στιγμή αυτή. Δια τούτο οφείλουμε ανά πάσα στιγμή να κάνουμε την αυτοκριτική μας και να ελέγχουμε διαρκώς τον βαθμό προσκολλήσεώς μας στις ανέσεις και τις συνήθειες της εποχής μας. 

Εν κατακλείδι ας κάνουμε αγαπητοί μου την προσευχή μας στους αγίους Αποστόλους, προκειμένου να χαρίζουν σε όλους μας πλούσια τη θεϊκή τους σοφία και τον ουράνιο φωτισμό, έτσι ώστε να ξεπεράσουμε κάθε εμπόδιο, εσωτερικό και εξωτερικό που θα μπορούσαμε να συναντήσουμε στον παρόντα αιώνα τον απατεώνα και να βρεθούμε στη Βασιλεία του Χριστού, ευφραινόμενοι μετά των Αποστόλων του Χριστού και πάντων των Αγίων εις αιώνας αιώνων, όντας ενωμένοι αδιασπάστως με τον αληθινό Μεσσία και Υιόν του Θεού, τον όντως Ηγαπημένον Κύριον και Βασιλέα της Δόξης, τον Θεάνθρωπον της Αγάπης Ιησούν. Αμήν.

   

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2023

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΘΕΟΥ

 ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΘΕΟΥ (23 Οκτωβρίου).

Υπό Πανοσιολογιωτάτου Αρχιμανδρίτου Νήφωνος Δημητρακόπουλου

Λαμπρά και χαρμόσυνος αγαπητοί μου η σημερινή εορτή. Η Εκκλησία μας τιμά την μνήμη δύο μεγάλων αγίων, οι οποίοι έλαμψαν στο στερέωμα του πνευματικού ορίζοντα και που ο καθένας τους ευηρέστησε τον Κύριό μας, ανάλογα με τον χώρο στον οποίον τον κατέταξε η Πρόνοια του Αγίου Θεού. Ο όσιος πατήρ ημών Μακάριος ο Ρωμαίος, διέλαμψε στον ερημιτικό βίο, ενώ  ο άγιος ένδοξος απόστολος Ιάκωβος ο αδελφόθεος, πρώτος ιεράρχης των Ιεροσολύμων, διακρίθηκε κυρίως για την ποιμαντική του διακονία στην Εκκλησία και την ομολογία του στην θεότητα του Ιησού Χριστού, η οποία τον οδήγησε στο μαρτύριο .

Θα περίμενε ίσως κάποιος αγαπητοί μου, πως το αυστηρότατο ασκητικό πνεύμα και οι μέχρις αίματος αγώνες κατά του σαρκικού φρονήματος, να είναι στοιχεία τα οποία συναντώνται κυρίως σε μοναχούς και ασκητές οι οποίοι έχουν εγκαταλείψει τον κόσμο και έχουν απομακρυνθεί από τους ανθρώπους. Σε αγωνιστές δηλαδή που το περιβάλλον που επιλέγουν είναι τέτοιο ώστε να μην επηρεάζονται από τις διάφορες αφορμές της αμαρτίας και παλινδρομούν στην πνευματική τους πορεία. Ο άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος αγαπητοί μου, σαφώς και έφτασε στην πνευματική τελείωση ζώντας σε περιβάλλον διαφορετικό από αυτό που βλέπουμε στους μεγάλους αγίους των μετέπειτα αιώνων. Αναμφίβολα όμως το περιβάλλον αυτό είχε ένα μεγάλο πλεονέκτημα  για τον ίδιο. Μεγαλώνοντας από μικρός μαζί με τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, διδάχθηκε άμεσα εξ Αυτού την οδό της δικαιοσύνης και σταδιακά διέπρεψε σε όλες τις ευαγγελικές αρετές.  Η αλήθεια είναι πως δεν έχουμε ιδιαίτερες πληροφορίες για την παιδική του ηλικία, είμαστε ωστόσο βέβαιοι πως ο πνευματικός πλούτος που συγκέντρωσε είναι αμέτρητος. Δεν είναι επομένως υπερβολή αγαπητοί μου να θεωρήσουμε πως ένας  τέτοιος άνδρας ίσως να μην χρειαζόταν μεγάλη αυστηρότητα και τάξη στα σωματικά έργα.

Ωστόσο, οι νίκες και οι στέφανοι του αγίου Ιακώβου στο στάδιο της εγκρατείας και της ασκήσεως, είναι πραγματικά μοναδικοί. Ως γνωστόν ανήκε εις την τάξιν των Ναζιραίων. Ήταν δηλαδή αφιερωμένος εκ κοιλίας μητρός  εις τον Θεόν, και ως τοιούτος, ούτε κρασί έπινε, ούτε άλλα ποτά που περιέχουν οινόπνευμα, ούτε κρέας έφαγε ποτέ. Ποτέ του δεν ξυρίστηκε ούτε έχρισε το σώμα και την κεφαλή του με λάδι ή άρωμα. Σανδάλια στα πόδια του δεν φορούσε, αλλά περπατούσε ανυπόδητος. Ασκούσε τον  παρθενικό βίο και εγκαρτερούσε υπερβαλλόντως εις την προσευχή υπέρ των του λαού αγνοημάτων. Από τις συχνές γονυκλισίες που έκαμνε προσευχόμενος και χτυπώντας το πρόσωπόν του εις την γη, το μέτωπό του διογκώθηκε και έγινε μαύρο, τα δε γόνατά του έγιναν σκληρά και τραχιά. Η αρετή του θαυμασίου αυτού ανδρός έλαμπε σε όλους τους ανθρώπους  χωρίς ο ίδιος να το επιδιώκει. Γι αυτό και ονομάσθηκε από τους συγχρόνους του Ιοβλίας, δηλαδή δίκαιος· ενάρετος. Την ημέρα της Πεντηκοστής ως καθαρότατο δοχείο του Παναγίου Πνεύματος, εμπλήσθηκε από την Χάρη του Παρακλήτου, η οποία τον κατέστησε απόστολο και διδάσκαλο της Εκκλησίας του Χριστού, ισάξιο με τους ενδοξότερους των αποστόλων. Πάνω από όλα όμως αγαπητοί μου, αξιώθηκε της πλέον τιμητικής επωνυμίας, αυτής του αδελφού του Κυρίου, για την οποία θα ήθελα να ομιλήσω εις την αγάπη σας.

Αναμφίβολα αγαπητοί μου, κάθε χριστιανός  όταν ακούει τα κατορθώματα των αγίων της Εκκλησίας, την υπερβάλλουσα αγάπη τους προς το παμπόθητο πρόσωπο του Χριστού μας και τον συνάνθρωπο, καθώς επίσης τους στεφάνους τους οποίους απέλαβαν από τον Κύριο, αισθάνεται ευφροσύνη και αγαλλίαση , προσεύχεται ευλαβικά προς αυτούς και τους τιμά εις τις εορτές τους. Πολλοί δε από τους πιστούς, την ώρα που διέρχονται δυνατό πειρασμό, επικαλούνται την πρεσβεία τους και λαμβάνουν την βοήθεια του Θεού ανάλογα με την πίστη τους. Πόσοι όμως από εμάς αγαπητοί μου, σε περίοδο ειρήνης από πειρασμούς, κινούμαστε αυτοπροαίρετα με σκοπό να μιμηθούμε τους βίους των αγίων που αγαπούμε και ευλαβούμαστε; Πόσοι από εμάς πασχίζουμε να ανακαλύψουμε και να φανερώσουμε στη δική μας ζωή την πνευματικότητα που βίωσαν οι άγιες αυτές προσωπικότητες; Αν ερωτήσουμε ο καθένας ειλικρινά τον εαυτό του, αναμφίβολα θα ομολογήσουμε  πως έχουμε μεγάλο έλλειμα.

Ο Πανάγιος Θεός όμως αγαπητοί μου, που γνωρίζει το ασθενές της ανθρωπίνης φύσεως, επειδή επιθυμεί σφοδρώς την σωτηρία μας, εμπνέει κατά καιρούς μέσα μας άγιες επιθυμίες. Όλοι μας αισθανόμαστε κάποτε έναν αγνό πόθο και έναν διακαή ζήλο να θυσιάσουμε περισσότερα από τον εαυτό μας ώστε να αποδείξουμε στον γλυκύν Ιησούν την αγάπη μας προς το πρόσωπόν του. Υπάρχουν στιγμές που θέλουμε να ξεκολήσουμε από την τάξη του αχρείου δούλου στην οποία βρισκόμαστε. Νοιώθουμε ότι κουραστήκαμε να κινούμαστε ως επί το πλείστον αναγκαστικά προς την τήρηση των θείων προσταγμάτων και επιθυμούμε να βρεθούμε στον χώρο εκείνο όπου δεν υπάρχει δουλικότητα και μόχθος αλλά ελευθερία και αυτοπροαίρετη  εναρμόνιση με το Θείο θέλημα. Όλοι μας αναμφίβολα αναρωτηθήκαμε κάποτε… Είναι άραγε αυτό δυνατόν σε εμάς; Είναι δυνατόν αυτά που διαβάζουμε στους βίους των αγίων να τα βιώσουμε εμείς, ή αν όχι εμείς, έστω κάποιος πνευματικός μας αδελφός, ώστε μέσω αυτού να αποκομίσουμε  κι εμείς κάποιο όφελος;  Με λίγα λόγια αγαπητοί μου, είναι δυνατόν να ανέλθουμε από την πνευματική τάξη στην οποία βρισκόμαστε; Είναι εφικτό στη σημερινή εποχή να φτάσουμε στην τάξη των αξίων δούλων του Κυρίου; … και για να γίνω τολμηρότερος, θα μπορούσε κάποιος πιστός εάν αγωνιζόταν πραγματικά, να αξιωθεί να ονομαστεί και αυτός φίλος ή συγγενής του Κυρίου μας όπως ο άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος; Ή μόνο αυτός δικαιούται αυτής της τιμής, προνομιακώς τρόπον τινά;

Την απάντηση σε αυτό το σπουδαίο ερώτημα αγαπητοί μου, μας δίνει ο θείος Παύλος στην προς εβραίους επιστολή του. Δεν είναι προνόμιο ολίγων αυτή η τιμή, μας λέγει ο απόστολος, και αυτό διότι δεν είναι προσωπολήπτης ο Θεός! Ο  Κύριος << ουκ επαισχύνεται αδελφούς καλείν>> όλους όσους αγιάζονται από Αυτόν, επειδή και << ο αγιάζων (Χριστός) και οι αγιαζόμενοι (χριστιανοί, είναι) εξ ενός (Πατρός) πάντες>>. Είμαστε λοιπόν κι εμείς αγαπητοί μου, κεκλημένοι αδελφοί του Κυρίου. Είμαστε κι εμείς κατά χάριν αδελφόθεοι· και παρ’ όλη την μικρότητα και αθλιότητά μας, ο Κύριος δεν μας αρνείται την συγγένεια αυτή, αλλά καταδέχεται και << ουκ επαισχύνεται>> να μας θεωρεί αδελφούς Του.

Πόσο μεγάλη σημασία έχει για εμάς αγαπητοί μου ο τίτλος αυτός, το υπογραμμίζει ο απόστολος Παύλος, όταν λέγει ότι, και ημείς ως παιδιά του Θεού, είμαστε << κληρονόμοι μεν Θεού, συγκληρονόμοι δε Χριστού>>.(Ρωμ. η,17). Με τον τίτλο δε αυτόν, δια του οποίου αναγνωριζόμαστε ως αδελφοί του Χριστού, είναι φυσικόν ίνα και <<την υιοθεσίαν απολάβωμεν>>.(Γαλ. δ,5). Ο Θεός αγαπητοί μου, μας απεκατέστησε εις την τάξιν των παιδιών Του, διά της θυσίας και της χάριτος του Χριστού, και επομένως έχουμε μέρος εις την κληρονομία της Βασιλείας Του. Μαζί με τον πρωτότοκον και κατά φύσιν Υιόν του Θεού, κι εμείς οι κατά χάριν αδελφοί Του, αποτελούμε << Εκκλησίαν πρωτοτόκων εν ουρανοίς απογεγραμμένων>>· συμμετέχουμε δηλαδή εις την κληρονομία, η οποία κυρίως ανήκει εις τον πρωτότοκον αδελφόν μας.

Προσθέτει δε, συγκινητικότατα, ο απόστολος Παύλος, ότι ο Θεός ενδιαφέρεται να συνειδητοποιήσουμε βαθιά την συγγένεια αυτή προς Αυτόν, (ότι δηλαδή είμαστε τέκνα Του) και προς τον Χριστόν (ότι είμαστε αδελφοί Του). <<Εξαπέστειλε (ο Θεός) το πνεύμα του υιού αυτού εις τας καρδίας ημών κράζον αββά ο πατήρ>>.(Γαλ. δ,6). Δηλαδή ομιλεί μέσα στην καρδιά μας το Άγιον Πνεύμα· μας πληροφορεί ότι ο Θεός είναι γεμάτος από πατρική στοργή για εμάς, και ότι μπορούμε να τον επικαλούμαστε και να απευθυνόμαστε προς Αυτόν με την οικειότητα και την παρρησία που έχουν τα παιδιά προς τον πατέρα.

Επομένως αγαπητοί μου ας μην λησμονούμε ποτέ, ότι ο Θεός μάς τοποθετεί δίπλα στον Υιόν Του, ως αδελφούς Εκείνου· ότι θα συμβασιλεύσουμε μαζί Του στην ουράνια βασιλεία· ότι είμαστε για τον Θεόν τα πρόσωπα της αγάπης Του και της στοργής και του ενδιαφέροντός Του· και ότι εν τοιαύτη περιπτώσει, η όλη ζωή μας θα πρέπει να είναι ανάλογος προς την υψηλή αυτή θέση που έχουμε ως αδελφοί του Κυρίου, για να μην <<επαισχύνεται>>, να μην του προκαλούμε αποστροφή, και να μην ντροπιάζεται ο Χριστός από τον ανάρμοστο βίο των αδελφών Του. Πόσο προσεκτικότεροι θα είμασταν πράγματι αγαπητοί μου, και πόσες κακίες και αμαρτίες θα αποφεύγαμε, αν σκεφτόμασταν συχνά ότι, όταν αμαρτάνουμε, λυπείται ο Θεός Πατήρ· πως ντρέπεται για εμάς ο Κύριος, και <<επαισχύνεται>> να μας ονομάζει αδελφούς Του!

 Δεν πρέπει λοιπόν να μας διαφεύγει, ότι η σχέση μας προς τον Χριστόν και η ιδιότητά μας ως αδελφών του Κυρίου, υφίσταται και διατηρείται υπό όρους. Ήδη είπαμε ότι Εκείνος είναι ο αγιάζων κι εμείς οι αγιαζόμενοι. Επομένως, θα εξακολουθεί να υφίσταται αυτή η πνευματική σχέση και θα είμαστε πράγματι αδελφοί Του, εφ’ όσον συμπράττουμε μαζί Του, για να καταρτιζόμαστε εις τον ενάρετο βίο και την οικοδομή της Εκκλησίας. Εφόσον δηλαδή εφαρμόζουμε τις σωτήριες εντολές Του. Διαφορετικά δεν μας αναγνωρίζει αυτό τον τίτλο.

Ο άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος αγαπητοί μου, στην καθολική του επιστολή, μάς προτρέπει να εφαρμόζουμε έμπρακτα τον νόμο του Θεού στη ζωή μας, και να μην αρκούμαστε μόνο στο να τον ακούμε και να τον διαβάζουμε. <<Γίνεσθε δε ποιηταί λόγου και μη μόνον ακροαταί, παραλογιζόμενοι εαυτούς>>. Όποιος νομίζει πως μόνο με την ακρόαση φυλάττει τον νόμο του Θεού, κακώς νομίζει και εξαπατά τον εαυτό του καταφρονώντας την ίδια την σωτηρία του. Αντίθετα, αυτός ο οποίος ερευνά επιμελώς και μετά μεγάλης προσοχής και θείου φόβου τον νόμο του ευαγγελίου, αυτός θα τελειωθεί πνευματικά και θα αξιωθεί να αποκτήσει την ελευθερία του από τον νόμο της αμαρτίας. Αυτός δεν θα είναι απλώς <<ακροατής επιλησμονής>>, δηλαδή κάποιος που προσεγγίζει επιφανειακά τις μεγάλες και σωτηριώδεις αλήθειες του ευαγγελίου· αλλά <<ποιητής έργου>>· δηλαδή γνήσιος εργάτης του Θείου θελήματος. Ο  πιστός αυτός θα είναι μακάριος, διότι την δική του εργασία θα παρακολουθεί και θα επιβραβεύει συνεχώς ο Άγιος Θεός, ο οποίος χαρίζει την πνευματική υιοθεσία μόνο σε αυτούς που αθλούνται νομίμως.

Ας θυμηθούμε αγαπητοί μου τί απήντησε ο Κύριός μας, όταν κάποτε του ανήγγειλαν ότι τον ζητεί η μητέρα Του και οι αδελφοί Του. <<Τις εστίν η μήτηρ μου και οι αδελφοί μου;>> Και προσέθεσε: >>ός αν ποιήσει το θέλημα του Θεού, ούτος αδελφός μου και αδελφή μου και μήτηρ εστί>>(Μαρκ. γ,35). Και σε άλλη περίπτωση, όταν μία γυναίκα από το πλήθος, γοητευμένη από τους λόγους Του, εμακάρισε την αγία μητέρα Του, και είπε μεγαλοφώνως <<μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε και μαστοί ους εθήλασας>>, ο Κύριος επέκτεινε τον μακαρισμό πέραν της φυσικής συγγενείας, και είπε ότι είναι <<μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν>>, όπως άλλωστε έπραττε και η Παναγία μητέρα Του. 

Από όλα αυτά που είπαμε σήμερα αγαπητοί μου, αντιλαμβανόμαστε πως δεν μας ανήκει αδιακρίτως ο τίτλος και η ιδιότητα του αδελφού του Κυρίου, όμως είναι κάτι το οποίο, αν αγωνιστούμε μπορούμε να το αποκτήσουμε, διότι ο Θεός Πατήρ θέλησε να μας αξιώσει αυτής της μεγάλης κλήσεως. Να είμαστε επίσης βέβαιοι πως ο άγιος Ιάκωβος δεν θα διατηρούσε τον τίτλο του αδελφοθέου εάν, εκτός της εκ του μνήστορος Ιωσήφ φαινομενικής ιδιότητος του αδελφού του Κυρίου, δεν δημιουργούσε ουσιαστικότερο σύνδεσμο με τον Χριστό μας. Τον Ιησού, που στα μάτια του κόσμου ήταν αδελφός του, τον επίστευσε τελικά ως Υιόν του Θεού και λυτρωτή του κόσμου· και αναδείχθηκε άγιος, και κατά γενική ομολογία και αναγνώριση, δίκαιος. Επιπλέον δε, ηγετικόν στέλεχος της Εκκλησίας του Χριστού, <<εκ των δοκούντων στύλοι είναι>>. Έτσι, ο άγιος Ιάκωβος διά της πίστεώς του εις τον Χριστό, διά της αγιότητος και της διακονίας του εις την Εκκλησία, τέλος δε δια της ομολογίας και του μαρτυρίου του, εδικαίωσε τον τίτλο του αδελφοθέου.

Εμείς τώρα αγαπητοί μου, αν θέλουμε να είμαστε γνήσια τέκνα της Εκκλησίας, πώς πρέπει να σταθούμε; Πως πρέπει να τοποθετούμε τον εαυτό μας, όταν μελετάμε τους βίους των αγίων και διαπιστώνουμε πόσο υπολείπεται ο ζήλος μας στα πνευματικά και η αγάπη μας προς τον Χριστό και τον συνάνθρωπο; Σαφώς θα πρέπει να γίνουμε μιμητές των αγίων, καθώς και αυτοί γίνανε μιμητές του Χριστού μας, με τον οποίο είχαν μία πολύ ουσιαστική και αγαπητική σχέση. Εξάλλου και οι ίδιοι πριν να κατακτήσουν την αγιότητα, είχαν ως πρότυπα τους παλαιότερους αγίους και ακολουθούσαν έμπρακτα το παράδειγμα και τις συμβουλές τους. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος· δεν υπάρχει άλλος δρόμος σωτηρίας αγαπητοί μου, παρά μόνο αυτός· να ακολουθήσουμε τα βήματα που πάτησαν οι παλαιότεροι και εμπειρότεροι από εμάς, και για να το κάνουμε αυτό, θα πρέπει πρώτα να πιστέψουμε στη θεόπνευστη διδασκαλία τους, την διδασκαλία της Εκκλησίας. Αν παρεκκλίνουμε της ευθείας οδού που μας έχουν παραδώσει οι άγιοι πατέρες, το βέβαιο είναι πως θα χάσουμε τον δρόμο μας προς την σωτηρία.

Κάποτε αγαπητοί μου, ο αναστάς Κύριος, λίγες ώρες πριν να εμφανιστεί στους μαθητές του, εμφανίστηκε στην Μαρία την Μαγδαληνή, την ώρα που αυτή έκλαιγε έξω από το μνημείο. Της παρήγγειλε λοιπόν να μεταφέρει εις τους μαθητές του, το πλέον χαρμόσυνο μήνυμα που θα μπορούσαν να ακούσουν ποτέ, και αυτό το μήνυμα δεν ήταν άλλο παρά το μήνυμα της θείας υιοθεσίας.<<Πορεύου (της είπε) προς τους αδελφούς μου και ειπέ αυτοίς· αναβαίνω προς τον πατέρα μου και πατέρα υμών, και Θεόν μου και Θεόν υμών>>.

Εύχομαι αγαπητοί μου, όπως τότε οι μαθητές του Κυρίου, έτσι τώρα και εμείς  που μαθητεύουμε στο λόγο του Θεού, να αξιωθούμε διά των πρεσβειών του αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου και του οσίου Μακαρίου του Ρωμαίου, να ακούσουμε  το χαρμόσυνο αυτό μήνυμα. Αν δεν απιστήσουμε στο άκουσμά του και εκτιμήσουμε πραγματικά την αξία του, τότε θα αποδειχτούμε άξιοι της κλήσεως του Ουρανίου Πατρός, και θα συμβασιλεύσουμε  μαζί με τον Χριστό μας στην ουράνια βασιλεία Του. Αμήν.


Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2023

Λόγος επί τη εορτή του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου

 εκφωνηθείς εν έτει 2014 υπό του τότε Αρχιμανδρίτου νυν Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Πέτρας κ. Δαβίδ

 

            Και πάλιν ήγγικεν η ημέρα της μεγάλης εορτής και επετείου. Και πάλιν ανέτειλε η μνήμη του γρήγορου νου της Θεολογίας. Και πάλιν η εκκλησία φόρεσε τα γιορτινά της για να υποδεχθεί με λαμπρότητα τον μεγάλο Ιεράρχη. Αναλογιζόμενος όλα τα παραπάνω, σκέφτομαι ότι θα ήταν ίσως τολμηρό από μέρους μου να αρθρώσω λόγον, να επιχειρήσω να ομιλήσω, έχοντας ενώπιόν μου την γλυκύτατη μορφή του ανεπανάληπτου Θεολόγου Γρηγορίου. Γι’ αυτό και δεν θα το κάνω. Όχι χωρίς να φέρω εις το μέσον τον ίδιον τον Γρηγόριον. Θα αφήσω εκείνον να με οδηγήσει. Εκείνον να κατευθύνει τον λόγον μου και να φωτίσει την σκέψη μου. Στην πραγματικότητα δεν θα σας μιλήσω εγώ. Αλλά ο ίδιος ο Γρηγόριος αυτοπροσώπως. Τους δικούς του λόγους θα επικαλεστώ. Την δική του σκέψη θα καταθέσω.

            Ξεκινώντας λοιπόν από τον Άγιο, ο Γρηγόριος ήταν ένας Ιεράρχης πράος και ειρηνικός. Ένας άνθρωπος που τον έθελγε η ησυχία και η μόνωση, αλλά επιθυμούσε παράλληλα την ειρήνη και την ομόνοια μέσα εις τον χώρο της Εκκλησίας. Δεν του άρεσαν καθόλου, μάλιστα δε, ετάραζαν την ευαίσθητη ψυχή του οι διχόνοιες και τα σχίσματα. Γι’ αυτό και πάντοτε, όσο περνούσε από το χέρι του, όταν υπήρχε μια διαμάχη εις τον χώρο της εκκλησίας, αγωνιζόταν για την ειρήνευση και συμφιλίωση των διεστώτων μερών. Ήθελε πάντοτε, επισκόπους, ιερείς, κληρικούς και λαϊκούς να τους βλέπει όλους μονιασμένους και  αγαπημένους, ενώ-μένους εν τη κοινωνία του Αγίου Πνεύματος μέσα εις τους κόλπους της Εκκλησίας.

Ο ίδιος συνέταξε τους τρεις περίφημους ειρηνικούς του λόγους, στους οποίους καταθέτει όλη του την αγωνία για την ειρήνευση και άρση των διαφόρων εκκλησιαστικών σχισμάτων και ταραχών και όπου εγκωμιάζει την ειρήνη ως μέγιστο αγαθό. Οι λόγοι του αυτοί είναι πολύ σύγχρονοι και επίκαιροι, αν σκεφτεί κανείς το πάγκοινο αίτημα των γνησίων ορθοδόξων πιστών για ενότητα (και ένωση) και αν αναλογιστεί ότι καθημερινά γινόμαστε δέκτες του αγωνιώδους ερωτήματος από την πλευρά του λαού, για το πότε επιτέλους θα επέλθει η ποθητή ειρήνευση και ομόνοια εις τον χώρο του πατρίου εορτολογίου.

Ας ακούσουμε τι λέει ο ίδιος ο Άγιος εις τους λόγους του αυτούς: «Ώ ειρήνη αγαπητή, όνομα και πράγμα γλυκύ… η διαρκής φροντίς και το καύχημά μου, η οποία όπως λέγεται και ανήκει εις τον Θεόν και ο Θεός ανήκει εις αυτήν… Ο Χριστός είναι η ειρήνη μας. Ώ ειρήνη αγαπητή, το αγαθόν το οποίον επαινείται μεν από όλους, αλλά διαφυλάσσεται μόνον από ολίγους» (Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου, Ειρηνικός δεύτερος, Λόγος κβ΄, Ε.Π.Ε., εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1975, τ. 1, σελ. 329). (Βλέπε άγιε Γρηγόριε και εις τον χώρον του πατρίου εορτολογίου, όπου πολλοί ομιλούν για ένωση και ενότητα, αλλά είναι έτοιμοι να χωριστούν από τους αδελφούς τους με την παραμικρή αφορμή και δικαιολογία ή όπως θα έλεγε ο λαός μας για
¨ψύλλου πήδημα¨). Και συνεχίζει ο Άγιος για την ειρήνη: «Πού μας έχεις εγκαταλείψει και έχει περάσει ήδη τόσος χρόνος από τότε; Και πότε θα μας ξαναέλθεις;» (Αυτόθι, σελ. 329). (Μήπως αυτό, αγαπητοί μου, δεν αναρωτιούνται και πολλοί αδελφοί μας, βλέποντας και διαπιστώνοντας με οδύνη τον κατακερματισμό του πατρίου εορτολογίου σε πολλές παρατάξεις και συνόδους; Πού πήγε δηλαδή, η ειρήνη και η ενότητα των παλαιοημερολογιτών;) Και τελειώνοντας ο άγιος διερωτάται: «Διά ποίον λόγον εμείς οι οποίοι ανήκομεν εις την αγάπην και μισούμε και μισούμεθα; Και εμείς οι οποίοι ανήκομεν εις την ειρήνην διεξάγομεν έναν ακήρυκτον και ακατάπαυστον πόλεμον; (Αυτόθι, σελ. 355). (Βεβαίως σε κάποιον άλλον λόγον του τονίζει ο άγιος ότι: «κρείσσων επαινετός πόλεμος ειρήνης χωριζούσης από Θεού.»).

Αυτές, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι οι ανησυχίες του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Ανησυχίες και αγωνίες τις οποίες συμμερίζεται πλήρως και ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπός μας Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. κ. Μακάριος, του οποίου την δεκάτην επέτειον από την ανάρρησιν εις τον Αρχιεπισκοπικόν θρόνον, εορτάζομεν σήμερα. Ο Μακαριώτατός μας γνωρίζει καλά, όπως και ο Άγιος Γρηγόριος ότι η ένωση των πάντων μέσα εις την Εκκλησία θα είχε ως αποτέλεσμα να βασιλεύει η ειρήνη, αλλά και το αντίστροφο. Ότι η ειρηνική διάθεση και ειρήνευση των πάντων θα έφερνε ως συνέπεια την ένωση των διεστώτων. Γνωρίζει ότι η ένωση και ενότητα των πάντων είναι επιθυμία θεϊκή, αλλά και αίτημα του ταλαιπωρημένου και κουρασμένου από τις πολλές διαιρέσεις λαού. Πονά για την εκκλησία και οδυνάται για την κατάσταση του πατρίου εορτολογίου.

Είναι υπέρμαχος της ενώσεως των πάντων μέσα εις την Εκκλησίαν και έχει αγωνιστεί γι’ αυτήν. Ήδη από τότε που ήταν ιερεύς, έχει κάνει προσεγγίσεις με κληρικούς διαφόρων παρατάξεων για να εξετάσει και να συμβάλλει εις το εφικτόν του εγχειρήματος της ενώσεως. Μάλιστα το 1990 ήταν μέλος της επιτροπής στο διάλογο της Εκκλησίας μας με τους Ματθαιϊκούς. Και ως Ιεράρχης έχει συναντηθεί με Ιεράρχες παρατάξεων και συνοδικών σχημάτων του παλαιού ημερολογίου. Πάντοτε όποτε βρίσκει την ευκαιρία, προσπαθεί να εξαντλήσει και την παραμικρή πιθανότητα για ειρήνευση και ομόνοια. Έχει γράψει και σχετικό σύγγραμμα περί συμβολής εις το αίτημα για ενότητα, όπου καταγράφει αρκετές από τις κινήσεις και ενέργειες που έχει κάνει προς αυτήν την κατεύθυνση.

Δεν είναι όμως διατεθειμένος σε καμία περίπτωση να κάνει ένωση εις βάρος της αληθείας, δηλαδή ένωση με όποιο κόστος και πάση θυσία, όταν το κόστος και η θυσία που πρέπει να γίνει είναι η ακεραιότητα της πίστεως. Δεν προτίθεται επομένως να κάνει εκπτώσεις και να φανεί υποχωρητικός εις τα θέματα της πίστεως. Γνωρίζει πολύ καλά ότι κάτι τέτοιο θα αποτελούσε προδοσία του Ιερού ημών αγώνος και θα ήταν καθαρή εκκλησιομαχία. Δεν επιθυμεί λοιπόν επ’ ουδενί να φέρει τους λύκους μέσα εις την Εκκλησίαν.

Έχει υπόψιν του τους λόγους του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: «Δεν ειρηνεύουμε κατά του λόγου της αληθείας, υποχωρούντες σε κάτι (εις την πίστη δηλαδή) για λόγους πραότητος, διότι δεν θηρεύουμε το καλό με κακό τρόπο». (Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος μβ΄, Συντακτήριος, «Μιλάει ο Γρηγόριος Θεολόγος», Αποστολική Διακονία, Έκδοση Α΄ 1991, σελ. 138). Δεν ενδιαφέρει τον Μακαριώτατό μας μια ειρήνη και ένωση που θα προσβάλλει την αλήθεια, προκειμένου ο ίδιος να φανεί ευγενικός και πράος, ο ειρηνοποιός που θα φέρει την καταλλαγή εις την Εκκλησίαν. Δεν τον απασχολεί η δημόσια εικόνα του, αλλά όταν κινδυνεύει η ορθόδοξος πίστη και ακρίβεια είναι έτοιμος και την εικόνα του να θυσιάσει και πολύ περισσότερα.

Άλλοστε μπορεί να είναι υπέρμαχος της ενότητος του πατρίου εορτολογίου όσο κανείς, αλλά δεν ξεχνά και πάντοτε κηρύττει την διδασκαλία της εκκλησίας μας για “το ευλογημένο λείμμα της χάριτος”. Το λείμμα της χάριτος, είναι ο περιούσιος του Κυρίου λαός, τα γνήσια και πιστά μέλη της εκκλησίας, που θα υπάρχουν πάντοτε και σε κάθε εποχή, όσο δύσκολες και αν είναι οι συνθήκες και αντίξοες οι περιστάσεις.

Μάλιστα όπως τονίζει ο Μακαριώτατός μας, όσο πλησιάζουμε προς τα έσχατα, μπορεί το λείμμα αυτό να λιγοστεύει, όμως γίνεται ποιοτικότερο. Πολλοί μπορεί να φύγουν και να χωριστούν από την Εκκλησία, αλλά η Εκκλησία δεν έχει ανάγκη ούτε από ποσότητα, ούτε από οπαδούς. Ο συνειδητά πιστός που θα μείνει σταθερός μέχρι τέλος, θα κερδίσει τον στέφανο της υπομονής. Σε κάθε εποχή ο Χριστός κοσκινίζει τους ανθρώπους της Εκκλησίας του και έτσι ξεχωρίζει το άχυρο από το σιτάρι. Το άχρηστο υλικό, το ξύλο, την καλάμη, από το πολύτιμο, τον χρυσό και τον άργυρο.

Ο Μακαριώτατος, λοιπόν, δεν είναι διατεθειμένος να κάνει σπασμωδικές κινήσεις, που θα οδηγούσαν σε μία υποτιθέμενη και νομιζόμενη ένωση, προκειμένου να φαίνεται ο ίδιος δυνατός προς τα έξω, με πολλούς ναούς και πολύ πλήθος κόσμου και κληρικών να τον ακολουθούν. Για να καταλάβουν όμως οι ακροατές μας ότι η ένωση δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός, ούτε και να γίνεται πάση θυσία, χωρίς δηλαδή τις απαραίτητες προϋποθέσεις και επ’ αγαθώ της εκκλησίας, θα αναφέρω το παράδειγμα των παπικών.

Και με τους παπικούς είμαστε χωρισμένοι. Δεν μπορούμε όμως να ενωθούμε μαζί τους, εάν πρώτα δεν μετανοήσουν και δεν αποκηρύξουν όλες τις πλάνες και τις κακοδοξίες που έχουν αποδεχτεί όλα αυτά τα χρόνια από το 1054 και μετά. Αν μιλάμε για μια τέτοια απροϋπόθετη ένωση με τους λοιπούς παλαιοημερολογίτες, σε τί διαφέρουμε από τους οικουμενιστάς που επιζητούν κοινωνία και ένωση με τους παπικούς – κάτι πού ήδη έχουν πραγματώσει στην πράξη – χωρίς προηγούμενη αποκήρυξη από μέρους των παπικών των πλανών και των κακοδοξιών τους, οδηγώντας έτσι σε ένωση και κοινωνία με την αίρεση.

Μάλιστα ομιλούν για τους δύο πνεύμονες της εκκλησίας τον Δυτικό της Παπικής Εκκλησίας, όπως την αποκαλούν και τον Ανατολικό της Ορθοδόξου. Θεωρούν ότι η Εκκλησία είναι διηρημένη και διεσπασμένη και ότι βαίνει σε ενότητα. Τί λιγότερο όμως λέγουν, εν τη αφελεία τους ενδεχομένως και από τη μεγάλη τους λαχτάρα για την ένωση, οι αγαπητοί μας αδελφοί, γνήσιοι ορθόδοξοι χριστιανοί, που ομιλούν για κομματιασμένη εκκλησία εις τον χώρον του παλαιού, η οποία πρέπει οπωσδήποτε να ενώσει τα κομμάτια της για να πάψει να είναι διηρημένη.

Η Εκκλησία, αγαπητοί μου, δεν χρήζει καμίας ενώσεως. Η ενότητα υπάρχει και ανήκει στην φύση της εκκλησίας ως σώματος Χριστού και εν Χριστώ κοινωνίας. Το σώμα του Χριστού δεν είναι κατακερματισμένο, μη γένοιτο να ειπωθεί κάτι τέτοιο, γιατί ο Χριστός που είναι η Εκκλησία παραμένει ακέραιος και αναλλοίωτος εις τους αιώνας:  “Ιησούς Χριστός, χθες καὶ σήμερον ὁ Αὐτός και εἰς τοὺς αἰώνας”. (Εβρ., ιγ΄, 8). Επομένως η Αυτή και εις τους αιώνας παραμένει και η Εκκλησία. Πάντοτε ακεραία και αναλλοίωτος.

Άλλοστε το διαβεβαίωσε και το αψευδές στόμα του Κυρίου: «Πύλαι Ἇδου οὐ κατισχύσουσιν Αὐτῆς». (Ματθ., ιστ΄, 18). Οι σκοτεινές δυνάμεις, οι δυνάμεις του Άδου, πολεμούν και θα πολεμούν πάντοτε λυσσαλέα την Εκκλησία. Αλλά δεν θα κατισχύσουν αυτής. Δεν θα μπορέσουν να την καταβάλλουν γιατί Αυτή έχει ως πανοπλίαν την άμαχον και αόρατον προστασία του Ιδρυτού της, Θεανθρώπου Ιησού. Γι’ αυτό και η Εκκλησία διέρχεται δια πυρός και ύδατος, μέσα από πολλούς πειρασμούς και θλίψεις και στεναχωρίες, αλλά δεν λυγίζει. Πολεμείται, αλλά δεν νικάται, διότι όπως λέει και ο Ιερός Χρυσόστομος, πολεμουμένη νικά, και πάντοτε εξέρχεται δυνατή από τις δοκιμασίες και λαμπροτέρα καθίσταται.

Η Εκκλησία είναι Μία, Αγία και Αδιαίρετη εις τους αιώνες. Η εσωτερική ενότητα της εκκλησίας, φαίνεται και εξωτερικά ως ενότητα στην πίστη, την Λατρεία με τη συμμετοχή στα ίδια μυστήρια, αλλά και στη διοίκηση με κέντρο τους επισκόπους. Έναν Αρχιεπίσκοπο και έναν Μητροπολίτη σε κάθε Μητροπολιτική περιφέρεια. Στη συνείδηση του σώματος της Εκκλησίας, η ενότητά της είναι δεδομένο οντολογικό, συνυφασμένο δηλαδή με την ύπαρξή της, απολύτως και αμετακλήτως διασφαλισμένο από την κεφαλή της Εκκλησίας, τον Χριστόν δια της συνεχούς παρουσίας του Παρακλήτου Πνεύματος σ’ αυτήν, ήδη από της Πεντηκοστής.

Δεν υπάρχει επομένως το παραμικρό περιθώριο και η παραμικρή δυνατότητα να διασπαστεί η ενότητα της Εκκλησίας. Η έκπτωση και η αποκοπή από το Σώμα της Εκκλησίας ενός πρώην μέλους της ή μιας μερίδας ανθρώπων ή ακόμη και μιας χώρας ή ενός ολόκληρου έθνους δεν παραβλάπτει καθόλου την ενότητα της Εκκλησίας η οποία είναι αυτονόητη. Είναι δηλαδή – η ενότητα – πράγμα δεδομένο και όχι ζητούμενο. Δεν επιζητούμε δηλαδή την ενότητα που υποτίθεται  ότι δεν υπάρχει, διότι η ενότητα στην Εκκλησία είναι υπαρκτή και δεδομένη. Γι’  αυτό και η Εκκλησία δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα μία και διηρημένη, διότι τότε θα ήταν πολλές και όχι μία εκκλησία.

Η ενότητα και η κατά Θεόν ένωση δεν επιτυγχάνεται με τεχνητές και εξωτερικές συρραφές, με πρόχειρες συγκολλήσεις. Άλλοστε στη Θεία Λειτουργία δεν ευχόμαστε υπέρ της ειρήνης των εκκλησιών, διότι δεν υπάρχουν πολλές εκκλησίες διηρημένες  και χωρισμένες από αλλήλων. Απλά ευχόμαστε υπέρ ευσταθείας των αγίων Του Θεού εκκλησιών, δηλαδή να διατηρεί ο Θεός σταθερές στην ομολογία της πίστεως τις ορθόδοξες εκκλησίες, για να συνεχίσουν να παραμένουν ορθόδοξες. Ευχόμαστε επίσης υπέρ της των πάντων ενώσεως, δηλαδή υπέρ της ενώσεως πάντων των ανθρώπων, μέσα εις τον χώρον της Μίας και Αδιαιρέτου Εκκλησίας. Πρόκειται επομένως για ένωση προσώπων και όχι εκκλησιών. Αλλιώς θα λέγαμε υπέρ της των πασών (των εκκλησιών δηλαδή) ενώσεως και όχι υπέρ της των πάντων.

Επανερχόμενος όμως, αγαπητοί μου, εις το πρόσωπον του Μακαριωτάτου μας και εις την αγωνίαν του για την ομόνοια των Επισκόπων και την ειρήνη της Εκκλησίας, θα ήθελα να επισημάνω εις την αγάπην σας ως τρανή απόδειξη της αγωνίας του αυτής και της φροντίδος του για την ένωση, το πολύ μεγάλο και ιστορικό γεγονός που έλαβε χώρα προσφάτως εις τους κόλπους της Εκκλησίας. Και αυτό δεν είναι άλλο από την ευλογημένη και κατά Θεόν ένωση της Ιεράς ημών Συνόδου μετά της εν Αμερικής τοιαύτης με προεξάρχοντα τον Μητροπολίτη Βοστώνης Εφραίμ.

Όλοι οι ειλικρινώς επιθυμούντες την ενότητα γνήσιοι ορθόδοξοι χριστιανοί χαρήκαμε με ουράνια χαρά, βλέποντας να συντελείται εις τους δύσκολους αυτούς καιρούς που ζούμε ένα τέτοιο γεγονός επ’  αγαθώ της Εκκλησίας. Αυτή είναι η απόδειξη ότι η Ιερά ημών Σύνοδος, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος με επικεφαλής της, τον Μακαριώτατό μας, επιθυμεί την καταλλαγή και συμφιλίωση με κάθε υγειώς φρονούντα γνήσιο ορθόδοξο χριστιανό.

Και το λέω αυτό, αγαπητοί μου αδελφοί, διότι η ένωση αυτή με τους Αμερικάνους δεν έγινε αβασάνιστα, ούτε εική και ως έτυχε. Η Ιερά ημών Σύνοδος και ιδιαίτερα ο Μακαριώτατός μας, εργάστηκαν αόκνως εξετάζοντας επισταμένως και ερευνώντας μετ’  ακριβείας, όλα εκείνα τα θέματα που μπορεί στο παρελθόν να κρατούσαν σε απόσταση από αλλήλων τις δύο Ιερές Συνόδους. Ιδιαιτέρως εξέτασαν το φρόνημα και την ακρίβεια εις την πίστιν των Αμερικανών Ιεραρχών και κατέληξαν ότι υπάρχει σύμπνοια και ομοφροσύνη εις τα θέματα της πίστεως, μεταξύ των δύο Συνόδων. Οι Αμερικανοί Ιεράρχες απάντησαν και εις τα φλέγοντα ερωτήματα που τους ετέθησαν, και η απάντηση που έδωσαν είναι σύμφωνη με την Ορθόδοξη παράδοση και πίστη.

Έτσι ο Μακαριώτατός μας και σύνολη η Ιερά ημών Σύνοδος, αφού διαπίστωσαν την σταθερή εμμονή των Αμερικανών εις την πατρώαν ευσέβειαν, και είδαν ότι υπάρχει ενότητα εις την πίστη, προχώρησαν και εις την πλήρη κοινωνίαν και ένωσιν μετ’  αυτών. Συνέταξαν μάλιστα από κοινού ομολογία πίστεως, την οποίαν υπέγραψαν ανεπιφύλακτα οι Αμερικάνοι Ιεράρχες, κάτι που ικανοποίησε πλήρως τον Μακαριώτατο και την Ιερά ημών Σύνοδον και κάλυψε τους όποιους δισταγμούς μπορεί να υπήρχαν από πρίν για το εγχείρημα της ενώσεως.

Μάλιστα ο Μακαριώτατός μας στην επίσκεψή του στην Αμερική, διεπίστωσε έκπληκτος, ότι οι Αμερικανοί πιστοί, κληρικοί και λαϊκοί, είχαν υψηλό δείκτη πνευματικότητας και κατά Θεόν ζήλου, και ότι σε πολλές περιπτώσεις θα μπορούσαν να αποτελέσουν πρότυπο και παράδειγμα εν Χριστώ ζωής για εμάς τους εν Ελλάδι διαβιούντας. Ιδιαιτέρως δε συγκίνησαν τον Μακαριώτατό μας, οι εκδηλώσεις αγάπης και θερμής διάθεσης των Αμερικανών και τα φιλόξενα αισθήματα προς το πρόσωπό του και την συνοδεία του.

Και ενόσω «εὐφραθήναι δὲ καὶ χαρήναι ἕδει (Λκ. 15,32), ενόσω δηλαδή θα έπρεπε να ευφρανθούνε και να χαρούνε οι πάντες, κάποιοι δεν είδαν με καλό μάτι την αγαπητική προσέγγιση και κοινωνία των δύο κατά τόπους Εκκλησιών. Δεν τους κάθισε καλά στο στομάχι, ότι δύο υγιείς χώροι του πατρίου εορτολογίου ήλθαν σε επαφή και συνέσφιξαν τους δεσμούς τους. Ο διάβολος ο εφευρετής της κακίας και της διχόνοιας έφριξε και τρίζει τους οδόντας, επειδή οι δύο αυτές Ιερές Σύνοδοι συνενώθησαν εις έν και αποτελούν την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία Του Χριστού. Έβαλε λοιπόν εκείνους που ομιλούν συνέχεια για την ένωση και την ενότητα, εκείνους που τους ενδιαφέρουν μόνον οι με συνοπτικές διαδικασίες πρόχειρες συγκολλήσεις και συρραφές, να συκοφαντήσουν και να διαβάλλουν την ευλογημένη αυτή και κατά Θεόν ένωση.

Οι τοιούτοι άρχισαν να διασπείρουν ζιζάνια, να χύνουν σαν την οχιά το δηλητήριό τους, αποκαλώντας τους Αμερικανούς αιρετικούς και το Μακαριώτατό μας, ότι ήλθε σε κοινωνία με την αίρεση. Τους κατηγορούσαν δε για πράγματα στα οποία είχαν ήδη απαντήσει οι Αμερικάνοι και ήταν ξεκάθαρο πως δεν είχαν καμία σχέση με αυτά.

Οι Ιεράρχες της εν Αμερική Ορθοδόξου Εκκλησίας έκαναν και δεύτερη ομολογία πίστεως, στην οποία και πάλιν ετόνιζαν μετ’ εμφάσεως ότι σε όλα τα ζητήματα που τους κατηγορούσαν, ήσαν σύμφωνοι και επόμενοι της Ορθοδοξίας των Αποστόλων και των πατέρων της Εκκλησίας. Όμως και πάλι τα απύλωτα στόματα του Άδου δεν έπαψαν να βυσσοδομούν, κατά της Νύμφης του Χριστού, Αγίας Εκκλησίας. Με θεολογήσεις αθεολόγητες και με δοκησισοφίες επιχείρησαν να προσβάλλουν την αλήθεια.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο κατ’ εξοχήν Θεολόγος, κάποτε στιγμάτισε το φαινόμενο αυτό στην εποχή του, το να θέλουν δηλαδή οι πάντες να θεολογούν μέσα στην Εκκλησία, ευκαίρως ακαίρως, είτε είναι, είτε δεν είναι αρμόδιοι και ικανοί για να το κάνουν. Ας δούμε τι λέγει επ’ αυτού:  «Όταν ίδω την τωρινή μανιώδη πολυλογία και τους εφήμερους σοφούς και τους αυτόκλητους θεολόγους που τους φθάνει μόνο το να θελήσουν για να γίνουν σοφοί, ποθώ την πιο ασκητική ζωή και επιδιώκω το πιο απόμακρο ερημικό κατάλυμα και επιθυμώ να βρεθώ μόνος με τον εαυτό μου». (Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος κ΄, Περί δόγματος και καταστάσεως Επισκόπων, «Μιλάει ο Γρηγόριος Θεολόγος», Αποστολική Διακονία, Έκδοση Α΄ 1991, σελ. 52 και του αυτού, Ε.Π.Ε., τ. 4, Θεσσαλονίκη 1976, σελ. 257). Τί θα έλεγε άραγε ο άγιος σήμερα, εάν θα έβλεπε ακόμα και ρασοφόρες γυναίκες να επιχειρούν να θεολογήσουν με τον πλέον ανάρμοστο και ανεύθυνο τρόπο και να θέλουν να κατευθύνουν εκεί που επιθυμούν τα Θεολογικά πράγματα, ορίζοντας τα όρια της Εκκλησίας κατά το δοκούν και διεκδικώντας για τον εαυτό τους τα ηνία της εκκλησιαστικής εξουσίας;

Αλλά και πόσο μεγάλη ευθύνη, έχουν όλοι αυτοί που αντί να ακούσουν και να εμπιστευθούν τον Μακαριώτατό μας, που ποτέ δεν έδωσε αφορμή και λαβή για να κατηγορηθεί για έλλειψη φρονήματος υγιούς και ορθοδόξου, προτιμούν να εμπιστευθούν μια καλόγρια που έχει σκοπό να κάνει άνω κάτω την Εκκλησία;

Δεν παραδειγματίζονται καθόλου από εκείνον τον κληρικόν της Εκκλησίας μας, που μόλις ήλθαν στα αυτιά του οι διάφορες κατηγορίες περί αιρέσεως, έσπευσε αμέσως να απαντήσει ότι “αφού ο Μακαριώτατος πρωτοστατεί σε μια τέτοια ένωση, αυτό σημαίνει ότι οι κατηγορίες είναι αβάσιμες και αναληθείς. Διότι αλλιώς ποτέ δεν θα προχωρούσε σε μία τέτοια ένωση και αναγνώριση. Έχω απόλυτη εμπιστοσύνη στο φρόνημα του Μακαριωτάτου και ξέρω πως σε κάθε περίπτωση θα πράξει το σωστό και το δέον.”

Δεν ακούνε λοιπόν οι τοιούτοι; Δεν ντρέπονται και δεν έρχονται σε συναίσθηση; Ας ακούσουν και πάλι τον άγιον Γρηγόριον να τους λέει τα εξής: «Όλοι πρέπει να ειρηνεύουν, όλοι να ομολογούν την πίστη και να προσεύχονται, αλλά λίγοι να θεολογούν. Μόνο εκείνοι που έχουνε το χάρισμα, εκείνοι που έχουν το διακόνημα τούτο στην Εκκλησία. Αλλιώς χορεύει ο διάβολος και αναποδογυρίζει τα πάντα».

Αλλά το καλόν και καρποφόρον δένδρον είναι αυτό που βάλλεται από παντού. Το σαπρόν και άκαρπον το αφήνουν οι πάντες στην ησυχία του. Και άνθρωποι που μέχρι χθες ήταν εν Χριστώ αδελφοί, σήμερα γίνονται οι χειρότεροι εχθροί και τα όργανα του αρχεκάκου όφεως στην προσπάθειά του να πλήξει την Εκκλησία. Ας δούμε όμως, αδελφοί μου, τελειώνοντας τί λέγει ο Άγιος για εκείνους που αποσχίζονται από την εκκλησία, δήθεν για λόγους πίστεως: «Εις ημάς όμως δεν υπάρχουν όρια εις το να κτυπά και να κτυπιέται κανείς, όχι μόνον εν σχέση προς τους αλλοδόξους, οι οποίοι διαφέρουν ως προς τα δόγματα της πίστεως (διότι αυτό θα ήταν ολιγότερον κακόν και ο ζήλος δι’ επαινετά πράγματα αποτελεί επαρκή αιτιολογίαν, όταν περιορίζεται μέσα εις ορισμένα όρια), αλλά και προς τους ομοδόξους, οι οποίοι πολεμούν επίσης τους αλλοδόξους και αγωνίζονται για τα ίδια πράγματα. Αυτό δε ακριβώς είναι το χειρότερο και το πιο φοβερό». (Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος κβ΄, Ειρηνικός δεύτερος, Ε.Π.Ε., τ. 1, σελ. 335-337). (Ενοεί εδώ ο Άγιος ότι πολλές φορές πολεμούμε όχι τους αιρετικούς, αλλά τους ίδιους τους ορθοδόξους αδελφούς μας, για λόγους ορθοδοξίας).

Και συνεχίζει ο άγιος: «Και πια είναι η αιτία; Ορισμένες φορές η αγάπη για την εξουσίαν ή ο φθόνος ή το μίσος ή η υπερηφάνεια ή κάτι από εκείνα που δεν βλέπουμε να παθαίνουν και αυτοί ακόμα οι άθεοι. Και το πιο αστείο είναι η μεροληπτική και ευμετάβλητος κρίσις. Και όταν συλληφθούμε από αυτά τα πάθη, είμεθα ευσεβείς και ορθόδοξοι (εμφανιζόμαστε να κάνουμε δήθεν τα πάντα για την ευσέβεια και ορθοδοξία) και καταφεύγουμε ψευδώς εις την αλήθεια, ωσάν να διαφωνούσαμε τάχα χάριν της πίστεως… Ώ διεστραμμένε νου και πολυμήχανε, θα ημπορούσε να πει κανείς και δημιούργημα του πονηρού και εφευρέτου της κακίας, όποιος και αν είσαι εσύ ο οποίος έχει πάθει αυτό το πράγμα, ή δια να είπωμεν πιο καθαρά την αλήθειαν, ώ ανοητότατε· αυτός που ήταν χθες δι’ εσέ ευσεβής, σήμερα πώς είναι ασεβής, χωρίς να προσθέσει ούτε να αφαιρέσει τίποτα, ούτε με λόγον, ούτε με πράγμα, αλλά παραμένων εις τα ίδια πράγματα… Αλλά και σήμερα είναι και πόρνος δι’ εσέ ο χθεσινός Ιωσήφ ο πάγκαλος… και σήμερα είναι Ιούδας ή Καϊάφας εκείνος ο οποίος ήτο χθες Ηλίας ή Ιωάννης». (Αυτόθι, σελ. 337).

Και λέει σε κάποιο άλλο σημείο ο άγιος: «Ακόμα και τα πάντα είμεθα πρόθυμοι να συγχωρήσουμε προς πάντας δι’ ένα και μόνον λόγον, για να μπορούμε να παραλογιζόμεθα μαζί τους». Εάν δηλαδή δεν συναινέσουμε στον παραλογισμό τον δικό τους, τότε είναι δυνατόν να γίνουμε οι χειρότεροι εχθροί τους, ενώ αν συμβαδίζουμε μαζί τους και τους κάνουμε τα χατίρια, γινόμαστε κανόνες ορθοδοξίας και στύλοι ακριβείας.

Εύχομαι εν τέλει εις τον Μακαριώτατον να συνεχίσει να είναι το ίδιο ασυμβίβαστος και ανυποχώρητος εις το κακόν μέχρι τέλους της ζωής του και να συνεχίσει με τις πρεσβείες του Αγίου Γρηγορίου, να έχει την διάκρισιν να διακρίνει την καλήν από την κακήν ένωσιν, το αγαθόν από το πονηρόν, επ’ αγαθώ της Εκκλησίας και των πιστών μελών της. Αμήν.   


ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ Β ́ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ Β΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (2026) Ο ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΦΩΤΙΣΜΟΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΤΟΝ ΠΑΛΑΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ Ε...